Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

“Στην πΈνα”: “ΕΙΧΑ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ…”, γράφει ο Στέφανος Παπαδόπουλος

 
"Στην πΈνα"  ✒️✒️



“ΕΙΧΑ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ…”
Γράφει ο Στέφανος Παπαδόπουλος



 


Είχα κάποτε έναν φίλο

Είχα κάποτε έναν φίλο, έναν “κολλητό” όπως θα έλεγαν οι νεότεροι. Ένα καλό παιδί, το καλύτερο που γνώρισα ποτέ, σίγουρα καλύτερο από εμένα.
Όταν τον είδα για πρώτη φορά ήμουν εννιά χρονών, κι αυτός μόλις είχε κλείσει τα έντεκα. Δεν πηγαίναμε φυσικά στην ίδια τάξη, μα ούτε και στο ίδιο σχολείο. Δεν μέναμε καν στην ίδια πολυκατοικία. Συναντηθήκαμε τυχαία σ’ ένα ξέφωτο, τα σπίτια μας τα χώριζε ένα άλσος. Ήμασταν οι δυο μας κι άλλος άνθρωπος κανείς, αυτός μ’ ένα λουρί στο χέρι κι εγώ με μια μπάλα αγκαλιά. Οι γονείς μας δε φοβόντουσαν -ή δε νοιάζονταν- μα ούτε και εμείς. Άλλους φίλους δεν είχαμε, εγώ είχα έρθει από την Ελλάδα, κι αυτός θα γύρναγε μια μέρα στην Αμερική. Εκείνου δεν του άρεσε το ποδόσφαιρο κι εγώ φοβόμουν τα ζώα.  Για κάποιο λόγο αυτό δεν είχε καμία σημασία. Για το χατίρι μου θα έπαιζε μπάλα κι εγώ θα χάιδευα τον γέρικο σκύλο του, τον Ναπολέων. Ο Ναπολέων δεν έζησε πολύ, ο άνθρωπος του δεν ήταν πια μόνος, μπορούσε να πεθάνει.
Τα άλλα παιδιά πήγαιναν στο πάρκο, εμείς μόνο στο δάσος. Μετά το σχολείο, μετά τα μαθήματα, όποτε είχαμε χρόνο. Οι γονείς μας πάντα έλλειπαν, τα σπίτια μας πάντα άδεια. Εμείς φτιάξαμε ένα νέο, από χαρτόνια κι από ξύλα, επάνω σ’ ένα δέντρο. Δεν ήταν ούτε πειρατικό πλοίο, ούτε πύραυλος, ούτε κάστρο. Ήταν απλά το δικό μας σπίτι. Σκαλίσαμε κι ένα κλειδί, μόνο ένα, και το κόψαμε στα δυο. Ένα μισό πήρε ο καθένας, ώστε να μπορούμε να μπούμε μονάχα όταν είμαστε μαζί, κι ας μην υπήρχε πόρτα, η είσοδος συμβολική.
Καθόμασταν εκεί για ώρες να μιλάμε για το μέλλον, για όταν θα είμαστε μεγάλοι. Ο φίλος μου λάτρευε τ’ αυτοκίνητα, θα γινόταν οδηγός αγώνων. Εγώ συνοδηγός του, θα διάβαζα τον χάρτη, θα του έδειχνα τον δρόμο. Το αγωνιστικό μας θα ήταν σίγουρα κόκκινο, ή μαύρο με φλόγες ζωγραφισμένες στα πλευρά του. Πίσω καθίσματα δε θα είχε, δε θα τα χρειαζόταν. Ούτε καθρέφτες θα είχε, εμείς μόνο μπροστά θα βλέπαμε, πίσω θα αφήναμε μόνο τη γόμα μας στην άσφαλτο και σύννεφα από σκόνη. Δε θα αφήναμε ποτέ κανέναν να μας προσπεράσει.
Όταν η νύχτα έπεφτε χαιρετιόμασταν, δε δίναμε υποσχέσεις. Οι όρκοι είναι γι’ αυτούς που έχουν αμφιβολίες. Εμείς ήμασταν σίγουροι για το αύριο, για τη φιλία μας, για τον εαυτό μας και για τον άλλον. Μόνο τα καλοκαίρια μας χώριζαν για λίγο, ταξίδια αναγκαστικά στα πάτρια εδάφη˙ εγώ στη χώρα του σταυρού, κι εκείνος στη χώρα με τ’ αστέρια. Εμείς το βλέπαμε σα μια δοκιμασία, σαν αυτές που βάζουν στους γενναίους, τους αρχαίους ήρωες της χώρας μου και τους νέους της δικής του.
Συλλέγαμε αναμνήσεις και ενθύμια, για να τα μοιραστούμε στην επιστροφή, ο ένας με τον άλλον. Περικεφαλαίες και φωτόσπαθα για ν’ αντιμετωπίσουμε τα δόντια του χειμώνα.
Χειμώνες πέρασαν, πέρασαν και καλοκαίρια, ώσπου ήρθε η στιγμή να εκπληρωθεί μια ξεχασμένη “προφητεία”. Μια οικογένεια θα επέστρεφε μετά από χρόνια στην Αμερική, στην ομιχλώδη κομητεία των Μεγάλων Λιμνών, η οικογένεια του φίλου μου. Οι ζωές μας ήταν στα χέρια των άλλων, αλλά τα συναισθήματα δικά μας. Δεν ακούστηκαν κλάματα, ούτε κύλησαν δάκρυα κι αν κύλησαν, κανείς δεν τα είδε. Κλειδώσαμε το σπίτι μας και κρατήσαμε ο καθένας το δικό του μισό κλειδί.  Χαιρετηθήκαμε στη μέση του δάσους, μα δε δώσαμε υποσχέσεις. Κάπως ξέραμε, βαθιά μέσα μας, χωρίς αμφιβολία, πως αυτή τη φορά δε θα υπήρχε αύριο για μας. Δε δειλιάσαμε όμως, δε γυρίσαμε, κοιτάξαμε μπροστά κι αφήσαμε πίσω μας μόνο σύννεφα από σκόνη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

……………………

Γίνετε μέλος της ομάδας μας “Βιβλίων Ορίζοντες” στο facebook πατώντας το παρακάτω σύνδεσμο

Βιβλίων Ορίζοντες


Επιμέλεια άρθρου : Καλλιόπη Γιακουμή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *