Κυριακή, 7 Ιουλίου 2019

“Η ΜΑΝΤΑΜ” της Αλεξίας Νικολοπούλου, γράφει η Καλλιόπη Γιακουμή


Η άποψη της Καλλιόπης Γιακουμή για το βιβλίο

“Η ΜΑΝΤΑΜ”
Συγγραφέας: Αλεξία Νικολοπούλου
Εκδόσεις Λιβάνη

Η Μαργαρίτα Δούκα είναι μια νεαρή γυναίκα που τα έχει όλα. Ιδανική σχέση, πετυχημένη δουλειά, έναν σύντροφο που δείχνει να την υπεραγαπά, φίλους και μια αρμονική πορεία ζωής, που φαίνεται πως τίποτα δεν μπορεί να την ταράξει.
Είναι όμως έτσι; Όχι δεν είναι. Η Μαργαρίτα από την μια στιγμή στην άλλη, τα χάνει όλα και ότι θεωρούσε δεδομένο ανατρέπεται. Χάνει τον άντρα που αγαπούσε, την δουλειά της, ακόμα και την ελευθερία της, έτσι βρίσκεται στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού, χωρίς καν να προλάβει να συνειδητοποιήσει τα δραματικά γεγονότα, που την οδήγησαν εκεί. Η Μαργαρίτα δεν έκανε τίποτα για όλα αυτά, το μόνο της φταίξιμο ότι εμπιστεύτηκε τους ανθρώπους, για την ακρίβεια τους λάθος ανθρώπους. Όλα όσα συνέβηκαν στην ζωή της, θα μπορούσαν να συμβούν στον καθένα από μας. Η Μαργαρίτα θα μπορούσε να ήμαστε εμείς, η αδελφή μας, η κολλητή μας, το παιδί μας. Εδώ κερδίζει το πρώτο στοίχημα η Αλεξία Νικολοπούλου, καταφέρνει πολύ εύκολα, να ταυτίσει τον αναγνώστη με την κεντρική της ηρωίδα, ξέρετε γιατί; Γιατί άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, ήμαστε βολεμένοι σε μια όμορφη καθημερινότητα, σε μια ζωή που την προικίσαμε με πράγματα που θεωρούμε δεδομένα και όταν φτάνουμε στο σημείο που όλα ανατρέπονται και συνειδητοποιούμε ποιες είναι οι αξίες της ζωής, είναι πια αργά..
Η "Μαντάμ", είναι ένα βιβλίο βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, μα από όλα αυτά στα οποία αναφέρεται, αυτό που σοκάρει περισσότερο, είναι η ζωή των  γυναικών, πίσω από τα σίδερα της φυλακής. Είναι γυναίκες της διπλανής πόρτας που η Μαργαρίτα συνάντα στις φυλακές και ανακαλύπτει πόσα κοινά έχει με αυτές τις γυναίκες που μέχρι χθες δεν τις γνώριζε. Οι ιστορίες τους, μέσα από την δική της ματιά, ξεδιπλώνονται στις σελίδες του βιβλίου και θα μας κάνουν να αναρωτηθούμε πολλές φορές, αν όλα αυτά που διαβάζουμε είναι αληθινά ή αν είναι ιστορίες που γέννησε η φαντασία της συγγραφέως. Μα να, που για άλλη μια φορά η ζωή γράφει ιστορίες που ξεπερνούν ακόμα και την πιο αχαλίνωτη φαντασία.
Στην φυλακή η Μαργαρίτα θα γνωρίσει μια πολύ ιδιαίτερη γυναίκα την "Μαντάμ". Μια γυναίκα πολύ διαφορετική από αυτήν που όμως θα δεθεί μαζί της. Η Μαντάμ θα είναι το στήριγμα της και η Μαργαρίτα, θα γίνει το δικό της, όταν την χρειαστεί. Η Μαντάμ λοιπόν, θα εκπλήξει τον αναγνώστη του βιβλίου πολλές φορές.
Γιατί είναι στην φυλακή; Ποια είναι; Τι ρόλο παίζει εκεί; Τι είδε σε αυτήν η Μαργαρίτα και δέθηκε μαζί της;
Οι φυλακές είναι πολλά πράγματα. Είναι τιμωρία, είναι απονομή δικαιοσύνης, είναι στέρηση δικαιωμάτων, είναι σαν να πατάς ένα stop στην ζωή μέχρι την στιγμή που θα πατήσεις και πάλι το play και για πολύ λίγους, για ελάχιστους, είναι αυτό που φωνάζουν πως είναι.. "σωφρονιστικά ιδρύματα".
Η καθημερινότητα στη φυλακή είναι σαν να ζεις τη μέρα της μαρμότας. Εγερτήριο, το άκουσμα του κλειδιού που ανοίγει την πόρτα την ίδια πάντα ώρα, πρωινό, δουλειά στα μαγειρεία, στην καθαριότητα ή σε όποια άλλη θέση έχει οριστεί για τον καθένα, πλήρη απραξία για όσους δεν εργάζονται κάπου και περιμένουν καρτερικά τα λεπτά και τις ώρες να περάσουν εκεί, όπου μια μέρα, μοιάζει με μια αιωνιότητα. Μέχρι την τελευταία καταμέτρηση, στη δύση του ηλίου, οπότε κλείνει η φυλακή και ο κάθε κρατούμενος μένει στο κελί του μέχρι την επόμενη ημέρα. Εκεί μέσα στο σκοτάδι, πάνω στο στενό κρεβάτι, με μόνη συντροφιά τις σκέψεις, τις αναμνήσεις, τις ενοχές, τα κατηγορώ, τις ανησυχίες, τις φοβίες, τους εφιάλτες.
Είναι η ώρα που εκείνο το "γιατί σε μένα", γίνεται αμείλικτο και εκτός από τον ύπνο στερεί και τα όνειρα και κάποιες φόρες, ακόμα και την λογική.
Η κάθε μέρα στην φυλακή είναι πανομοιότυπη με την άλλη, αλλά και τελείως ξεχωριστή. Το σκληρό πρόσωπο των φυλακών διαμορφώνει έναν άλλο τρόπο ζωής που μπορεί να πληγώνει ή να θλίβει.  Μέσα στην αθλιότητα των ελληνικών φυλακών, μέσα στο τσουβάλιασμα κρατουμένων υπόδικων και καταδίκων, εκεί όπου όλοι, αθώοι και ένοχοι, Έλληνες και ξένοι βιώνουν τον ίδιο "πάτο" της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, άνθρωποι προσπαθούν να διατηρήσουν την ανθρωπινή υπόσταση τους, περιμένοντας την στιγμή της ελευθερίας, που όταν τελικά έρχεται, είναι για πολλούς από αυτούς ένας ακόμα εφιάλτης. Το στίγμα της φυλακής έχει χαραχτεί σαν τατουάζ πάνω τους και οι πληγές της ψυχής δεν σταματάνε να αιμορραγούν. Την φυλακή την κουβαλάνε πάντα μαζί τους, μια ζωή. Το πιο τραγικό είναι πως οι περισσότεροι ξαναγυρνάνε, το πιο τρομακτικό..πως την νιώθουν πια σπίτι τους, για την ακρίβεια το μόνο σπίτι τους.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Αλεξίας Νικολοπούλου το μήνυμα ήταν σαφές, το ίδιο και το κατηγορώ της απέναντι στην πολιτεία και στο σύστημα, μα αυτό ήταν το οφθαλμοφανές, πίσω από τις λέξεις υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι πιο βαθύ. Είδα την ανάγκη της να το επικοινωνήσει και ένιωσα το γιατί. Η φυλακή..
Η προσωπική φυλακή του καθένα από μας, γιατί φυλακές υπάρχουν πολλές...
Η φυλακή μέσα σε έναν "νεκρό" γάμο, καταδικασμένοι με τα ισόβια δεσμά του, η φυλακή μιας προβληματικής σχέσης, όπου η δύναμη της συνήθειας μας εμποδίζει να ανοίξουμε την πόρτα της ελευθερίας, η φυλακή μιας εργασιακής σχέσης, όπου η ανάγκη και η αβεβαιότητα, μας εμποδίζουν να αναζητήσουμε κάτι καλύτερο, η φυλακή των θέλω μας που θυσιάζουμε στους βωμούς των πρέπει..και τόσες άλλες φυλακές. Φυλακές που μας στερούν πολλά, που μας κρατούν δέσμιους.. η μόνη διαφορά με τις αληθινές, είναι πως το κλειδί προς την ελευθερία δεν είναι στα χέρια άλλων, το έχουμε πάντα πάνω μας και είναι πάντα μια απόφαση, μια επιλογή που θα μας ελευθερώσει από αυτές.
Τι λειτουργεί όμως σαν αντίβαρο; Τι τρέφει την ελπίδα; Τι εμποδίζει το σκοτάδι να καταπιεί μια ψυχή; Πολλά και διαφορετικά για τον καθένα. Ο έρωτας, η οικογένεια, το χρέος, η εκδίκηση..και όλα τα συναντάμε στο βιβλίο της Αλεξίας Νικολοπούλου.
Το βιβλίο είναι καλογραμμένο. Η πλοκή ρέει απρόσκοπτα, τα περιγράμματα είναι σαφή, τα πρόσωπα καθένα με την ιστορία του. Έχοντας ένα τόσο λεπτό θέμα στα χέρια της, δύσκολο, έτοιμο να την ρίξει στην επανάληψη, στα κενά, στα χάσματα,  η Αλεξία Νικολοπούλου, επιτυγχάνει όχι μόνο να μην πέσει στην παγίδα αλλά, το αντίθετο, να μας παραδώσει ένα κείμενο άκρως απολαυστικό, χωρίς να αφήνει τίποτα να πέσει στο έδαφος. Γλαφυρή και ρεαλίστρια παραμένει, ωστόσο, τρυφερή και ανατρεπτική, "στολίζει" το κείμενο με στιγμές έντασης και αγωνίας, συγκίνησης μα και μ ένα λεπτό χιούμορ όπου χρειάζεται.. Έτσι δίνει σφρίγος στη γραφή της, διατηρώντας συνεχές το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Συγκεντρωμένη στην ουσία των νοημάτων, στις λεπτομέρειες και το πλάσιμο των ηρώων καθώς και στην απλότητα με την οποία εμβαθύνει σε κάθε στιγμή, χτίζει έναν ολόκληρο κόσμο, με κινηματογραφικές μα όχι φορτωμένες με συγγραφικά "εφέ" περιγραφές.
Η αίσθηση που μας δίνει η χειμαρρώδης και ολοζώντανη γραφή της Αλεξίας Νικολοπούλου, είναι πως αποδέχεται και αγαπάει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τους ήρωες της. Πως έχει για αυτούς μια μεγάλη, ανοιχτή αγκαλιά χωρίς όμως να μεροληπτεί και χωρίς, ευτυχώς, να τους χαρίζεται. Μας τους περιγράφει όπως ακριβώς είναι, με τα ελαττώματα και τα προτερήματα, τη μεγαλοψυχία και τις μικρότητές τους. Σκευωρίες, απάτες, λάθη, πάθη, εγκλήματα και ψέματα συνυπάρχουν με την πίστη, την αγάπη, το έρωτα, την ελπίδα, την αφοσίωση και τη συγχώρεση
Η ματιά της διεισδυτική, ανοίγει διαρκώς παρενθέσεις καθηλωτικών εικόνων, που προκαλούν τον στοχασμό και τον προβληματισμό του αναγνώστη. Αν και το βιβλίο "Η Μαντάμ" είναι το πρωτόλειο έργο της, η  γραφή της είναι άρτια και η συγγραφική της μαεστρία είναι εμφανής, καθώς κεντά επιμελημένα την κάθε τη λέξη στον λευκό καμβά των σελίδων του βιβλίου. Ως γυναίκα συγγραφέας αφήνει ελεύθερα τα αισθητικά της χαρακτηριστικά, γράφει με την ψυχή και όχι με το μυαλό της και συναρπάζει, έχοντας πετύχει να κρατήσει τον αναγνώστη σε πλήρη εγρήγορση, έχοντας καταφέρει να τον κάνει να διακρίνει τα μηνύματα της,  έχοντας πετύχει έναν στόχο, που όσο τετριμμένο και αν ακούγεται, μόνο η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει. Η γλώσσα της είναι απλή και κατανοητή, η ατμόσφαιρα όσο οι σελίδες περνάνε γίνεται συγκινησιακή μα δεν αποσυμφορεί τον αναγνώστη, δεν τον λυτρώνει, τον κρατά δέσμιο μέχρι τέλους γιατί ζητά να μάθει όλα, γιατί θέλει να ενημερωθεί, γιατί ποθεί να συγχωρήσει, γιατί αναζητά την αλήθεια, γιατί είναι έτοιμος να την αποδεχτεί.. γιατί απαιτεί να την γνωρίζει..
Άρα η Νικολοπούλου εκφράζεται όχι ως μια αφηγήτρια, που περιγράφει την ιστορία της με τρόπο ψυχρό και άνευρο, αλλά ως αντικειμενική πεζογράφος, που είδε βαθιά τις ψυχές των ανθρώπων, τα συναισθήματά τους, το πνεύμα τους. Παράλληλα παρουσιάζει την καθημερινότητά τους,  για να τους καταλάβει, να τους ψυχολογήσει, να τους καταγράψει με τόση ευκρίνεια που οι ανάγκες τους,  ο πόνος τους, η θλίψη τους, η αθλιότητα που απειλεί την ζωή και την ανθρωπινή υπόσταση τους να γίνει κατανοητός. Δεν έχει σαν στόχο να εκμαιεύσει τον οίκτο μα να καταθέσει την αλήθεια ωμή και να απαιτήσει με τον δικό της τρόπο, υψώνοντας την φωνή της μέσα από το κείμενο της, καλύτερες συνθήκες ζωής και ένα σύστημα, που θα είναι πια αυτό που λέει πως είναι.. σωφρονιστικό και όχι μόνο τιμωρητικό.
Προτείνω το βιβλίο "Η Μαντάμ" ανεπιφύλακτα σε όσους δεν έχουν παρωπίδες, σε όσους δεν φορούν παραμορφωτικά γυαλιά, σε όσους δεν φοβούνται την αλήθεια, σε όσους δεν δείχνουν με το δάχτυλο μα ανοίγουν τα χέρια και αγκαλιάζουν..
Και αν κάποιος με ρωτήσει τι καινούργιο φέρνει η Αλεξία Νικολοπούλου με το συγκεκριμένο βιβλίο, θα απαντήσω με αυτές τις λίγες φράσεις: η αλήθεια είναι εύπλαστη σαν πηλός. Παίρνεις ότι σου χρειάζεται, το πλάθεις, το πιλατεύεις, το σφυρηλατείς και έτσι η ματιά σου διαφέρει, γίνεται προσωπική θέση που άπτεται της πραγματικότητας, γίνεται φωνή διαμαρτυρίας. Διαμαρτυρία σημαίνει ανάγκη για αλλαγή και οι αλλαγές μπορεί να είναι μεγάλες ή και μικρές, μα αν γίνουν συχνές και σε όλους τους τομείς τότε σίγουρα θα πετύχουν το χτίσιμο ενός κόσμου πολύ καλύτερου για όλους μας.
Συγχαρητήρια Αλεξία Νικολοπούλου και σε ευχαριστώ που μου έδειξες την αλήθεια πίσω από κάθε γκρίζο τοίχο, πίσω από τα σίδερα, πίσω από κάθε φυλακή..

Σύνοψη βιβλίου από το οπισθόφυλλο

Η Μαργαρίτα Δούκα είναι μια γυναίκα της διπλανής πόρτας, με σχέση, καριέρα, όνειρα, εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Εκείνη η μέρα που ξημέρωσε όμως σήμανε την αρχή μιας περιπέτειας που θα την οδηγούσε πίσω από τα σίδερα.  
Εκεί, μακριά από τη ζωή που μέχρι τότε ήξερε, κάτι νέο ένιωθε να γεννιέται μέσα από τα σπλάχνα της. Εκείνο που δε γνώριζε η Μαργαρίτα ήταν αν αυτή η αλλαγή στη ζωή της θα την έκανε έναν άνθρωπο ξαναγεννημένο και αγγελικά πλασμένο ή αν, φτάνοντας στο βάθος του πυθμένα, θα ξαναγεννιόταν σαν ένας δαίμονας. Μοναδικό φως στο σκοτάδι που την αγκάλιαζε η Μαντάμ, ένα αερικό που έμελλε να είναι ο καθοριστικός σταθμός στην πορεία της. 
Ποιο ήταν το μυστικό αυτής της κοπέλας, που την κρατούσε δεμένη με αλυσίδες; Και ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος, που θα άλλαζε τη ζωή αυτών των γυναικών; 
Από το μεγάφωνο ακούστηκαν δύο ονόματα που ήταν πολύ γνώριμα σ’ εμάς. Ξένα μεν, αλλά ήταν στον θάλαμό μας. Αποφυλακίζονταν και οι δύο, κι εμείς, κλειδώνοντας στο κουτάκι του μυαλού μας τα πάντα, αφήσαμε έξω μονάχα τη χαρά. Για εκείνες που θα γεύονταν την ελευθερία τους. Αναστέναξα βαθιά, λες και προσπαθούσα να μυρίσω μέσα από εκείνες λίγο καθαρό αέρα. Ελεύθερο αέρα. Η Μαντάμ μού σιγοψιθύρισε στο αφτί: «Όλα θα πάνε καλά». Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό στη φυλακή που άρχιζα να το πιστεύω.


Λίγα λόγια για την συγγραφέα

Η Αλεξία Νικολοπούλου κατάγεται από την Πελοπόννησο και μένει μόνιμα στην Αθήνα.
Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για πάνω από δέκα χρόνια.
Η Μαντάμ είναι το πρώτο της βιβλίο. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
2019: “Η Μαντάμ”, Εκδόσεις Λιβάνη
.
Επιμέλεια και σύνταξη Καλλιόπη Γιακουμή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *