Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ: ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στον κόσμο του φανταστικού: ένα ταξίδι σε μύθους και θρύλους από όλη τη Ελλάδα. 

Ένα συναρπαστικό οδοιπορικό με μύθους και με θρύλους της χωράς μας, με ξεναγούς τα μέλη μας που μέσα από τις προσωπικές τους αφηγήσεις, μας ταξιδεύουν παντού.. Ακολουθείστε μας και εσείς..
 Θρύλοι και μύθοι που στοιχειώνουν τον τόπο μας..Φαντάσματα, οπτασίες, αερικά, μαγεμένοι τόποι, ανεξήγητα φαινομενα….Κάθε τόπος αναμφισβήτητα έχει να παρουσιάσει και να αφηγηθεί πολλές τέτοιες ιστορίες, μέσα από τους δικούς του θρύλους και μύθους που διασώζονται στο χρόνο. Άγραφοι που κυκλοφορούν από πολύ παλιά μέχρι και σήμερα, από στόμα σε στόμα, αφήνοντας πάντα να πλανιέται μια αμφιβολία για το τι είναι αληθινό, τι στηρίζεται στην φαντασία κάποιων, τι μοιάζει μεταφυσικό, που ξεκινάει το ψέμα και που η αλήθεια, σε κάθε ιστορία που εχουμε ακούσει.
Εδώ λοιπόν θα προσπαθήσουμε να μαζέψουμε τα περίεργα του και μυστήρια κάθε τόπου, ειπωμένα από τα ίδια τα μέλη μας…
Ελάτε μαζί μας… Το ταξιδι είναι τρομακτικό, μα και συναρπαστικό πέρα κάθε αμφιβολίας…
“Οι πίνακες…”
κείμενο : Καλλιόπη Γιακουμή
Η Δέσποινα είναι μια γυναίκα στα 48 πια και πολύ καλή μου φίλη. Αυτή μου αφηγήθηκε και την ιστορία που θα σας γράψω απόψε. Να σας πω, πως επειδή την ξέρω πολύ καλά, ποτέ της δεν υπερβάλλει και δεν μιλάει για κάτι αν δεν είναι σίγουρη, κάθε λέξη της, ήξερα πως είναι αληθινή και είναι από τις λίγες φορές, που πίστεψα τόσο έντονα..πως ναι, κάτι υπάρχει στην απέναντι μεριά. Όταν ήταν κορίτσι 16-17 ετών η οικογένεια της μετακόμισε σε ένα απομονωμένο κεφαλοχώρι, μιας μεγάλη επαρχιακή πόλη (ο μπαμπάς ήταν αστυνομικός). Στην αρχή δεν της άρεσε αυτή η αλλαγή μα όσο περνούσε ο καιρός, έκανε παρέες και συνήθισε και την επαρχιακή ζωή τόσο που σιγά-σιγά, άρχισε να αγαπάει το χωριό και τους κατοίκους του, που τους αγκάλιασαν αμέσως. Το μόνο που την ενοχλούσε ήταν οι γάτες, πάντα τις φοβόταν για κάποιον ανεξήγητο λόγο και στο χωριό κάθε σπίτι είχε 1-2 για τα ποντίκια και τα φίδια. Ήθελε να σπουδάσει αρχιτεκτονική και για αυτό θαύμαζε τα λίγα αρχοντικά του χωριού. Κάθε αρχοντικό είχε υπέροχα γύψινα γλυπτά του στις κολώνες κεντρικών εισόδων την αυλής και σε κάθε σκάλα υπήρχε και ένα αγαλματάκι, είτε ως διακοσμητικό είτε για να χαρακτηρίσει την οικογένεια του σπιτιού, σαν έμβλημα της οικογενείας. Ένα κεφάλι λιονταριού, μια κουκουβάγια, ένας αετός…Η Δέσποινα είχε μία μονάχα κολλητή φίλη, την Κατερίνα, ήταν και συνομήλικες και ήθελε και εκείνη να σπουδάσει αρχιτεκτονική και για αυτό ταίριαζαν τόσο πολύ.
Τα δύο αυτά κορίτσια ονειρεύονται να φύγουν στο εξωτερικό και να σπουδάσουν μαζί. Δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο, ήταν η μόδα της εποχής μου είπε η Δέσποινα και το καλύτερο τους θα ήταν να φύγουν για Ιταλία.  Ένα Σαββατιάτικο απόγευμα όπου η Δέσποινα και η Κατερίνα είχαν βγει περνούσαν μπροστά από το πιο παλιό αρχοντικό του χωρίου. Εκεί ζούσε μια από τις πιο πλούσιες οικογένειας και μάλιστα ήταν από τις πρώτες που κατοίκησαν στο συγκεκριμένο κεφαλοχώρι. Ήταν εγκαταλελειμμένο όμως εδώ και δεκαετίες. 
-Είσαι..; ρώτησε η Κατερίνα την Δέσποινα. Η Δέσποινα την κοίταξε απορημένη.. -Τι με κοιτάς έτσι κάλε; Να μπούμε εννοώ, στο αρχοντικό, δεν νομίζω να φοβάσαι. 
Δεν ξέρεις με ποιαν μιλάς φιλενάδα .. ” της απάντησε η Δέσποινα και έβαλαν και οι δυο τα γέλια. 
Που να ήξεραν τι πράγμα ήταν έτοιμες να κάνουν.. Τελικά οι δύο φίλες μπήκαν στο σπίτι…
-Πωωωω..μυρίζει κλεισούρα είναι πολύ σκοτεινά, δεν βλέπω τη μύτη μου, είπε η Κατερίνα. Έψαξαν λίγο το χώρο και αργότερα ανέβηκαν στον πάνω όροφο. Εκεί, υπήρχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Είδαν τα βιβλία και σκέφτηκαν να ανοίξουν κάνα δυο.
Δυστυχώς τα βιβλία ήταν παλιά και είχαν καιρό να ανοιχτούν και έτσι οι σελίδες έλιωναν στα χέρια των δυο κοριτσιών. Τότε ακούστηκε ένα παιδικό ουρλιαχτό. -Γιατί το έκανες αυτό τώρα μου λες; Εξυπνάδα νομίζεις πως ήταν, δεν με τρόμαξες καθόλου σε πληροφορώ, είπε η Κατερίνα. 
-Μα δεν έκανα τίποτα εγώ, στο ορκίζομαι..απάντησε η Δέσποινα διστακτικά. Ξαφνικά την προσοχή τους τράβηξε ένας πίνακας της οικογένειας στον απέναντι τοίχο. 
-Χριστός και Παναγιά, φώναξαν ταυτόχρονα τα δύο κορίτσια. 
ι είναι αυτό..;; Ποιος παρανοϊκός καλλιτέχνης έκανε κάτι τέτοιο..; είπε η Δέσποινα. 
Ο πίνακας απεικόνιζε, ένα κοριτσάκι. Το παιδί δεν είχε μάτια και ο λαιμός του ήταν κόκκινος. Φοβισμένες προχώρησαν προς την έξοδο με τα μάτια και τα αυτιά τους δεκατέσσερα. Ήθελαν να φύγουν από εκεί το γρηγορότερο
Μπήκαν στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί, υπήρχε άλλος ένας πίνακας της οικογένειας χωρίς το παιδί. Αυτός ο πίνακας φαινόταν πιο καινούργιος από τον προηγούμενο. Σκέφτηκαν λοιπόν πως το παιδί πρέπει να είχε πεθάνει μετά από κάποια χρόνια. -Ωχ, Δέσποινα έλα εδώ…
-Τι θες πάλι..;;
-Κοίτα λίγο καλύτερα το πίνακα… 
-Τι έχει, απλά λείπ… Θεέ μου… 
Η Μητέρα δεν είχε μάτια και ο λαιμός της ήταν κόκκινος. 
-Τι συμβαίνει με αυτή την οικογένεια πια, ρε παιδί μου;; αναφώνησε η Δέσποινα. -Έλα, ας μπούμε και στα άλλα δωμάτια και ίσως το ανακαλύψουμε. Έχουμε και τον πάνω όροφο, της καθησύχασε η Κατερίνα.
-Μήπως να σταματήσουμε να το παίζουμε μικρές εξερευνήτριες και να φύγουμε;; 
-Αχαχαχα, είδες που φοβάσαι τελικά;; Έλα προχώρα.. είπε η Κατερίνα και άρχισε να γελά ξανά
Στον πάνω όροφο δεν υπήρχε κανένας πίνακας, σε κανένα από τα δωμάτια, μονάχα ένα σημάδι υπήρχε σε έναν από τους τοίχους, που μαρτυρούσε πως εκεί κάποτε, υπήρχε ένα μεγάλος πίνακας. Τώρα όμως κάποιος είχε γράψει με λαδομπογιά, μια πρόταση που έλεγε “Η οικογένεια πέθανε”. Φοβισμένα τα δυο κορίτσια, έσπευσαν να βγουν από το αρχοντικό, όμως καθώς πήγαιναν προς την πόρτα, η τσιρίδα ακούστηκε πάλι πιο δυνατά από πριν. Σχεδόν από πίσω τους..
-Ααα, τρέχα Δέσποινα, τρέχα και μην κοιτάς πίσω..  φώναξε η Κατερίνα
Τότε είδαν τους δύο πίνακες να βρίσκονται καρφωμένοι πάνω στη πόρτα έτσι ώστε να μην ανοίγει. Τα κορίτσια δεν μπορούσαν να βρουν κάποιο σπασμένο παράθυρο για να φύγουν. Το ουρλιαχτό ακούστηκε πάλι πιο δυνατά από τις προηγούμενες δύο φορές. Εκείνη τη στιγμή είδαν την μητέρα και το παιδί στις σκάλες. Δεν είχαν μάτια και από το λαιμό τους έτρεχε ποτάμι το αίμα. Τα κορίτσια άρχισαν να τσιρίζουν με όλη την δύναμη των φωνητικών τους χορδών. Τα φαντάσματα πλησίαζαν όλο και περισσότερο.
Πανικόβλητες και οι δυο τους άρπαξαν από ένα ξύλο η μια και μια παλιά ξεχαρβαλωμένη καρέκλα η άλλη και τα έριξαν στα φαντάσματα. Όμως κατάληξαν να τα εξαγριώσουν. Τα φαντάσματα άρχισαν να ουρλιάζουν, τα στόματα τους ήταν σκοτεινά… Το παιδί κοίταξε τη μητέρα του και άρχισε να πλησιάζει περισσότερο τα κορίτσια. Όταν έφθασε μια ανάσα από τα πρόσωπά τους, τις κοίταξε κατάματα, ούρλιαξε δυνατά, μέσα στα μούτρα τους και απομακρύνθηκε τρέχοντας πίσω στη μητέρα του. Έκανε σαν να κλαίει και η μητέρα εξαγριώθηκε. ξανά και όρμησε καταπάνω στα κορίτσια ουρλιάζοντας με μια απόκοσμη φωνή. Τρέχοντας τα δύο κορίτσια έπεσαν πάνω στη πόρτα με δύναμη για να την σπάσουν. Τίποτα όμως.
Ξαναπροσπάθησαν, πάλι τίποτα. Μόλις γύρισαν είδαν τη μητέρα του παιδιού από πίσω τους. Έτρεξαν με όλη τους τη δύναμη πάνω στη πόρτα. Κατάφεραν να την σπάσουν και βγήκαν τελικά έξω και άρχισαν να τρέχουν σαν τρελές. Κάποια στιγμή γύρισαν τα κεφάλια τους να δουν αν τους ακολουθούν και είδαν τα δύο φαντάσματα να τις περιμένουν στη πόρτα. Σταμάτησαν και τα κοιτούσαν σαν μαγνητισμένες. Τότε από το πουθενά μια δυνατή ροπή παγωμένου  αέρα έκλεισε με κρότο την πόρτα και τα φαντάσματα εξαφανίστηκαν πίσω της επιστρέφοντας στο σκοτάδι του σπιτιού. 
Τα δύο κορίτσια επέστρεψαν κατατρομαγμένα σπίτια τους. Δεν είχαν ξανανιώσει τέτοιο φόβο μέσα τους. Από τότε δεν ξαναπέρασαν από το αρχοντικό και το κράτησαν μυστικό από όλους ώσπου μια μέρα μετά από πολύ καιρό η Κατερίνα είπε στην Δέσποινα
-Φιλενάδα, ακόμα δεν πιστεύω αυτό που ζήσαμε, αν ήμουν μόνη μου θα νόμιζα πως το φαντάστηκα, μα ήμασταν μαζί και είδαμε και οι δυο τα ίδια πράγματα. Δεν άντεξα να το κουβαλώ άλλο. Θέλησα να μάθω τι τρέχει με αυτό το σπίτι και για αυτό ρώτησα μια θειά μου που ξέρει τα πάντα για το χωριό. Αρχείο συμβάντων κανονικό και για τα τώρα και για τα προηγούμενα. Τίποτα δεν της ξεφεύγει..
-Καλά έκανες Κατερίνα μου. Και εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ τι ζήσαμε και εγώ δεν το πιστεύω μα δεν σου κρύβω πως και μένα με έφαγε η περιέργεια. Πες μου έμαθες τίποτα, τι σου είπες η θεία σου;;
-Μου είπε πως ο γιος του ιδιοκτήτη ήταν καταραμένος από την πρώτη του γυναίκα. Εκείνος ταξίδευε συχνά στην πρωτεύουσα για δουλειές και άφηνε στο σπίτι την γυναίκα του με την μικρή τους κόρη. Όταν γύρισε από ένα από αυτά τα ταξίδια του, βρήκε την γυναίκα του και την κόρη του σφαγμένες και από το σπίτι έλειπαν όλα τα ασημικά και τα χρυσά τους. Τα πτώματα τα βρήκαν γυναίκες από το χωριό που βοηθούσαν στην λάτρα του σπιτιού και στο μαγείρεμα την αρχόντισσα. Τα καθάρισαν τα έντυσαν και τα άφησαν πάνω σε δυο τραπέζια να περιμένουν την επιστροφή του αφεντικού τους. Τότε δεν υπήρχε τηλέφωνο για να τον ειδοποιήσουν. Εκείνος γύρισε μετά από πολλές μέρες τα σώματα είχαν αρχίσει ήδη να μυρίζουν και για αυτό οι γυναίκες του χωριού άνοιξαν όλα τα παράθυρα να φεύγει η μυρωδιά. Το τραγικό είναι πως από τα ανοιχτά παράθυρα μπήκαν όρνια και έφαγαν τα μάτια και της γυναίκας και της μικρής. Έτσι τις βρήκε εκείνος. Σφαγμένες και χωρίς μάτια. Πριν κλείσει χρόνος εκείνος ξαναπαντρεύτηκε την ερωμένη του που για αυτήν κατέβαινε στην πρωτεύουσα. Μετά τον γάμο την πήρε και την έφερε στο αρχοντικό. Πάντα του παραπονιόταν να κατεβάσει τους πίνακες γιατί ένιωθε να την παρακολουθούν μα εκείνος δεν την άκουγε και την κορόιδευε. Εξάλλου εκεί υπήρχε η αγαπημένη του κόρη και ήθελε να την βλέπει. Μια μέρα γύρισε και βρήκε την νέα του σύζυγο σφαγμένη και χωρίς μάτια. Στον πάνω όροφο υπήρχε ένας μεγάλος πίνακας με την πρώτη του γυναίκα και την κόρη του, τις συχωρεμένες, όταν τον κοίταξε είδε πως τα χέρια τους ήταν γεμάτα αίματα και σαν να του χαμογελούσαν χαιρέκακα. Κατέβασε τον πίνακα τον έκλεισε στο υπόγειο και έφυγε για ένα πολύ μεγάλο διάστημα. Γύρισε ξαναπαντρεμένος μα την ίδια τύχη είχε και αυτή η γυναίκα ακόμα και μια νεαρή κοπέλα από το διπλανό χωριό που έγινε ερωμένη του και έρχονταν και του καθάριζε το σπίτι. Την βρήκε στην κουζίνα, σφαγμένη και αόματη. Μετά από κάθε φονικό κατέβαινε στο υπόγειο και έβλεπε τον πίνακα. Τα χέρια μάνας και κόρης ήταν πάντα ματωμένα και εκείνες πάντα του χαμογελούσαν ειρωνικά. Τότε κατάλαβε, όποια γυναίκα ήταν δίπλα του αυτή την τύχη θα είχε. Τα μάζεψε όλα και έφυγε.. Γύρισε μετά από πολλά χρόνια, ανέβασε τον πίνακα στο υπνοδωμάτιο ξανά και από τότε ζούσε μαζί τους σαν να ήταν ζωντανές ή τρελάθηκε ή της αποδέχτηκε.. Ποιος ξέρει μου είπε η θεία μου. Τον βρήκαν μια μέρα πεθαμένο από μέρες στο κρεβάτι, σφαγμένος δεν ήταν μάτια δεν είχε. Μέρες έμπαιναν και βγαίναν διάφοροι άνθρωποι από το σπίτι, έμειναν και κάποιοι μακρινοί συγγενείς μέχρι να κανονίσουν την κηδεία και τα υπόλοιπα, όλες οι γυναίκες που επισκέφτηκαν το σπίτι δέχτηκαν επίθεση από μια γυναίκα και από ένα κοριτσάκι με κομμένους λαιμούς και χωρίς μάτια.. Κανείς δεν ξαναμπήκε από τότε, για αυτό είναι έρημο.. Μόνο τα βράδια οι κοντινοί γείτονες υποστηρίζουν  μέχρι σήμερα πως ακούν ουρλιαχτά μέσα στην νύχτα. Συγνώμη Δεσποινάκι μου, αν τα ήξερα όλα αυτά από πριν δεν θα σου έλεγα να πάμε..

-Δεν πειράζει Κατερίνα μου τώρα ξέρουμε.. και ευτυχώς γλυτώσαμε μα τώρα ξέρω και τι σημαίνει εκείνο το γύψινο έμβλημα πάνω από την κεντρική είσοδο, εκεί που τις είδαμε τελευταία φορά. Είναι μια γυναίκα που ουρλιάζει μόνο που στην θέση των ματιών υπάρχουν δυο τρύπες, δυο μαύρες τρύπες. Απορούσα γιατί το έφτιαξαν έτσι και έμοιαζε τόσο τρομακτικό. Τώρα ξέρω… είναι προειδοποίηση.. Ίσως ήταν ο τρόπος να πει εκείνος σε όλους την αλήθεια που κρυβόταν στους πίνακες και που απειλούσε κάθε γυναίκα που περνούσε την πόρτα του αρχοντικού.. Ίσως είναι μια προειδοποίηση… 
Μετά από αυτή την περιπέτεια… η Δέσποινα η φίλη μου όχι μόνο έπαψε να φοβάται τις γάτες, μα έχει και μια δική της…
 Πρώτη φορά αναρτήθηκε στην ομάδα ¨”Βιβλίων Ορίζοντες”
Αφήγηση και επιμέλεια:  Καλλιόπη Γιακουμή  (22/06/2019)
.
Το λεωφορείο…
κείμενο : Φαίη Δεληγιώργη
Η ζέστη αφόρητη και εγώ περιμένω το ΚΤΕΛ με ένα υποβρύχιο στο χέρι κερασμένο από ένα γνωστό μου τριτοξάδερφο για την ακρίβεια που είχα να τον δω από τον γάμο του πριν 20 χρόνια ,βρεθήκαμε τυχαία στη καφετέρια του σταθμού … Πήγαινε και αυτός πάνω στο χωριό του μήπως και γλιτώσει λίγο την ζέστη είπε …
Ευτυχώς το λεωφορείο διαθέτει κλιματισμό και έτσι βολεύτηκα στην θέση μου με ανακούφιση ..με την σκέψη μου στον Βρασίδα και το τι έχω να ακούσω που δεν πάτησα πόδι τόσο καιρό .
Βαθμοί 35 έδειχνε θερμοκρασία όταν έφυγα από κάτω και τώρα που έφτασα στην πλατεία του χωριού το θερμόμετρο δείχνει 25 ..
Ήδη βρίσκομαι στο καφενείο κρατώντας στο ένα χέρι φρέσκο χυμό ανανά ..και αναναδοπαγωτό φτιαγμένα όλα από τα χεράκια της Μαριάνθης …
Απολαμβάνω την δροσιά του χωριού και το λέω του Βρασίδα ….όταν η Μαριάνθη ακούγοντας με αρχίζει και λέει …
-Είναι γνωστό το χωριό μας για την δροσιά του μέχρι την Αθήνα έφτασε η χάρη της δροσιάς του και έτσι έχουμε και τουρισμό το καλοκαίρι μου λέει .
-Μπράβο χαίρομαι για αυτό της απαντήσω εγώ, όταν ο Βρασίδας γυρνάει και και μου λέει
-Μην χαίρεσαι και πολύ γιατί κάποτε αυτή η δροσιά μας έφερε μπελάδες που κρατάνε εδώ και 40 χρόνια μέχρι σήμερα μου λέει .
-Τι εννοείς Βρασίδα ;; του λέω εγώ .
-Άσε μου λέει εκείνος δεν είναι η ώρα για τέτοιες ιστορίες..
-Α,Βρασίδα του λέω θα μου πεις τώρα !!!
Όχι δεν θα σου πω …όχι θα μου πεις …τελικά άρχισε να μου λέει, αφού πρώτα ειδοποίησε τον Κλεάνθη να έρθει, που ξέρει την ιστορία από πρώτο χέρι..αφού εκείνη την εποχή έκανε αγροφύλακας για ένα φεγγάρι στην περιοχή .Και αρχίζει ..
-Πριν 40 χρόνια και ίσως και πιο πολλά, λέει ο Βρασίδας η ζέστη ήταν αφόρητη τα θερμόμετρα στις πρωτεύουσες ξεπερνούσαν εκείνο το καλοκαίρι τους 40 βαθμούς …ο κόσμος απελπισμένος προσπαθούσε να βρει λίγη δροσιά όπως μπορούσε … ο κόσμος έπαιρνε τα μπαγκάζια του και έφευγε έλιωνε η γη όπου φύγει φύγει . . Έτσι λοιπόν και ένα ίδρυμα καλό τότε στην Αθήνα ( ψυχιατρική κλινική ιδιωτική ) αποφάσισε μετά από συμβούλιο ότι έπρεπε οι ασθενείς να αλλάξουν λίγο περιβάλλον και να μεταφερθούν κοντά στη φύση όπου ο καθαρός αέρας και η δροσιά θα έκανε καλό στους ασθενείς της για ένα μικρό διάστημα έστω .
Το χωριό μας διέθετε τον κατάλληλο χώρο αφού μόλις μια έκταση σε ένα αγρόκτημα έξω από το χωριό που ανήκε στον Δήμο και το παραχώρησε στην κλινική έναντι αδράς αμοιβής ..το χωριό όταν το έμαθε είχε τις αντιρρήσεις του μα ποιος το έδινε σημασία τότε …
Έτσι μια Κυριακή στα μέσα Ιουλίου όλοι περίμεναν την άφιξη των νεοφερμένων με αρκετή αγωνία και φόβο μαζί .. Όμως όσο περίμεναν άλλο τόσο δεν ερχόταν το λεωφορείο …κινητοποιήθηκαν όλοι ..να μάθουν όμως κανένα νέο δεν είχε να πει κανένας. Λεωφορείο δεν έφτασε ποτέ στο προορισμό του. Όσο κι αν έψαξαν οι αρχές δεν βρήκαν κάτι να εξηγεί το οτιδήποτε…μήνες κοιτούσαν τις ρεματιές τα φαράγγια τα ποτάμια ..το λεωφορείο με τους ασθενείς του ψυχιατρικού ιδρύματος είχε γίνει άφαντο. Έτσι έκλεισε η υπόθεση και μπήκε στα συρτάρια της αστυνομίας ως αγνοούμενοι. Πέρασε ένας χρόνος από εκείνο το καλοκαίρι..και σιγά σιγά ξεθώριαζε το γεγονός αυτό όταν ..άρχισαν όλα. Η εξαφάνιση του Φαρμακοποιού Λυσίμαχου έπεσε σαν κεραυνός στην μικρή κοινότητα του τότε χωριού τον έψαχναν μέρες οι αρχές χωρίς να μπορούν να εντοπίσουν τα ίχνη του .
Μόνο μετά από ένα μήνα εμφανίστηκε σε άσχημο χαλί, ούτε που θυμόταν ποιος ήταν ούτε από έρχεται …μόνο μετά από μήνες που άρχισε να συνέρχεται λίγο έλεγε ακαταλόγιστες κουβέντες, ότι τον είχαν πάρει κάποιοι μέσα σε ένα λεωφορείο και τον τυραννούσαν χωρίς σταματημό … Ο κόσμος θορυβήθηκε πολύ και η αστυνομία άρχισε έρευνες στο σημείο που υπέδειξε ο Λυσίμαχος ..ανάμεσα σε ένα φαράγγι και στο δάσος..ένα απόκρημνο μέρος που ούτε ζωντανό δεν ανεβαίνει .Η έκπληξη όλων ήταν μεγάλη όταν στο σημείο αυτό αντίκρισαν ένα λεωφορείο μισοκαμμένο γεμάτο από επιβάτες .. όλες οι έρευνες οδήγησαν στο χαμένο λεωφορείο που δεν έφτασε ποτέ στο προορισμό του φορτωμένο με 10 ασθενείς ..το θέαμα μακάβριο απασχόλησε τις αρχές για πολύ καιρό ..για να καταλήξουν ότι έπεσε σε αυτό το φαράγγι και έτσι δεν μπόρεσαν να το εντοπίσουν τότε .Ο Λυσίμαχος ο φαρμακοποιός.στην κατάθεση του αναφέρει ότι τον άρπαξαν δύο άτομα με άσπρες στολές και τον έβαλαν μέσα σε ένα λεωφορείο με άλλους 10 άντρες παράξενους που τον τυραννούσαν για καιρό …οι αρχές δεν τον πίστεψαν και έτσι η κατάθεση του δεν είχε νόημα …μόνο όταν εξαφανίστηκε ο Περικλής κουρέας μία μέρα στα καλά καθούμενα. Άρχισαν τα δύσκολα, το τι συμβαίνει …και όταν μια μέρα γύρισε στο χωριό και είπε τα ίδια με τον Λυσίμαχος τότε σήκωσαν τα χέρια ψηλά ….
Την υπόθεση τώρα την ανέλαβε ένα εμπειρογνωμόνων επιστήμονας ειδικός στα παραφυσικά φαινόμενα που έπειτα από πολύ έρευνα …κατέληξε ότι το φαράγγι που έπεσε το λεωφορείο βγάζει υπερηχητικούς ήχους και κραυγές που επισημαίνουν την παρουσία μιας ενέργειας που την συναντά συνήθως σε στοιχιωμένους χώρους άρα είπε τιολεωφορείο με τους 12 επιβάτες έγινε φάντασμα και γυρνάει στην γύρω περιοχή και μαζεύει όποιον βρει μπροστά του συνέστησε την αποφυγή του κόσμου προς εκείνο το σημείο.
Αυτή είναι η ιστορία που έγινε ο τρόμος και ο φόβος του ήσυχου χωριού και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να απασχολεί τις αρχές αφού κρούσματα συνεχίσουν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα…
 Πρώτη φορά αναρτήθηκε στην ομάδα ¨”Βιβλίων Ορίζοντες”
Αφήγηση και επιμέλεια:  Φαίη Δεληγιώργη  (22/06/2019) 
.
Η συγχώρεση..
κείμενο :Themis Fallidas
Την ιστορία αυτή την άκουσα όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Ήταν πολύ γνωστή στην Ναύπακτο και πρώτη φορά την άκουσα από τα ξαδέλφια μου, ένα καλοκαιρινό βράδυ που καθόμασταν στην παραλία και είχαμε πιάσει αυτές τις ατελείωτες υπαρξιακές συζητήσεις!
Εκείνη την εποχή ζούσε ένας παπάς στην πόλη που ήταν αγαπητός από όλους. Βοηθούσε όλους όσους είχαν ανάγκη και ήταν πάντα πρόθυμος να προσφέρει. Είχε βγει η φήμη ότι ήταν άγιος άνθρωπος και μπορούσε να δει οράματα και γενικά είχε επαφή με την άλλη διάσταση. Μια νύχτα, τον φώναξαν να εξομολογήσει έναν ετοιμοθάνατο ηλικιωμένο, έναν άνθρωπο που είχε πάρα πολύ κακή φήμη. Λεγόταν ότι είχε αδικήσει και καταστρέψει άλλους ανθρώπους στην προσπάθεια του να βγάλει χρήματα και να ανέβει κοινωνικά. Ήταν πλούσιος, αλλά μισητός από τους περισσότερους που τον γνώριζαν, ακόμα και από τους κοντινούς συγγενείς του. Ο παπάς ήξερε για το ποιόν του ετοιμοθάνατου αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε να πάει αργά το βράδυ στο σπίτι του για να τον εξομολογήσει. Ο γέρος έμενε με την οικογένεια του σε ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης κοντά στο κάστρο. Όταν έφτασε ο παπάς και τον είδε ξαπλωμένο στο κρεβάτι, ο γέρος του ζητούσε απεγνωσμένα να τον συγχωρήσει για όλες του τις αμαρτίες και να τον γλυτώσει. Η γυναίκα και η κόρη του είχαν αναστατωθεί πάρα πολύ που άκουγαν τις τελευταίες λέξεις του ετοιμοθάνατου: «γλύτωσε με»! Ο παπάς έκανε την δουλειά του, αλλά είχε ασπρίσει το πρόσωπό του σαν το πανί. Ήταν τρομοκρατημένος από κάτι. Όταν ολοκλήρωσε την εξομολόγηση χάιδεψε τον γέρο στο κεφάλι και δάκρυσε λίγο πριν εκείνος αφήσει την τελευταία του πνοή. Δεν είπε τίποτα στους δικούς του και έφυγε. Από τότε πέρασαν αρκετές μέρες και ο παπάς δεν εμφανιζόταν πουθενά. Τελικά τον είδαν στην εκκλησία που λειτουργούσε ένα πρωινό και τον ρώτησαν αν είναι καλά και γιατί χάθηκε. Τους είπε την ιστορία με τον ετοιμοθάνατο γέρο όπως την έζησε εκείνος. Λίγο πριν πεθάνει και καθώς τον εξομολογούσε, μια μαύρη άμαξα με μαύρους τεράστιους λύκους αντί για άλογα, λύκους που γρύλιζαν απειλητικά και έσφιγγαν τα δόντια τους, βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού. Όταν ο άνθρωπος πέθανε, πετάχτηκαν από την άμαξα δύο πανύψηλοι μαυροφορεμένοι άνδρες που σίγουρα ήταν δαίμονες, αφού είχαν κόκκινα μάτια που λαμπύριζαν, δόντια αρπαχτικού ζώου και χέρια με μεγάλα μαύρα γαμψά νύχια. Βούτηξαν αμέσως την ψυχή του γέρου και τον έσερναν προς την άμαξα. Εκείνος ούρλιαζε στον παπά παρακαλώντας τον αν τον σώσει, αλλά μάταια. Τρομοκρατημένοι όσοι άκουσαν την διήγηση, ρώτησαν τον παπά τι να κάνουν για να μην τους συμβούν τα ίδια όταν πεθάνουν. Εκείνος τους είπε ότι αν ήταν δίκαιοι με τους συνανθρώπους τους, βοηθούσαν και ζούσαν τίμια δεν υπήρχε λόγος να φοβούνται τίποτα.
Πρώτη φορά αναρτήθηκε στην ομάδα ¨”Βιβλίων Ορίζοντες”
Αφήγηση και επιμέλεια:  Themis Fallidas (22/06/2019) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *