Τρίτη, 7 Μαΐου 2019

ΚΛΑΙΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ: "Με βγάζει εκτός εαυτού η ανθρώπινη κακία, ο μικροπρεπισμός και το ψέμα. Σιχαίνομαι το «δήθεν» και το κακό –ή καλό- είναι πως σπάνια μπορώ να κρύψω τα συναισθήματά μου, όταν το αντικρίζω. "


Συνέντευξη στην συγγραφέα 
Κλαίρη Θεοδώρου




Κοντά μας σήμερα η συγγραφέας του βιβλίου 

“ΆΛΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ“


Το βιβλίο της κα. Θεοδώρου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός


1) Κλαίρη μου, καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο "Άλικες σιωπές"! Μίλησε μας για αυτό το βιβλίο; Τι σε ώθησε στην συγγραφή του και τι θα διαβάσουμε σε αυτό;

Κ.Θ: Καλλιόπη μου, καταρχάς σ’ ευχαριστώ πολύ για τις ευχές και την αγάπη σου! Η ιδέα του συγκεκριμένου βιβλίου γεννήθηκε μέσα μου κατά τη διάρκεια ενός φωτογραφικού οδοιπορικού στα εγκαταλελειμμένα χωριά της Πίνδου, τα λεγόμενα «πλίνθινα χωριά», τα Κορέστεια, στον επαρχιακό παραμεθόριο δρόμο που ενώνει την Καστοριά με τις λίμνες των Πρεσπών. Φορτίστηκα σε εκείνο το ταξίδι συναισθηματικά. Από τη μία το επιβλητικό τοπίο και από την άλλη ο ρημαγμένος τόπος, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, η αίσθηση βαθιάς μελαγχολίας που κυρίευε την ψυχή σου. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με  το βάρος της ιστορίας που κουβαλούσαν τα χωριά αυτά, μια ιστορίας βαμμένης με τα πιο μελανά χρώματα, μιας ιστορίας που κανείς μας δεν διδάχτηκε ποτέ στο σχολείο. Μίλησα με τους λιγοστούς, υπέργηρους κατοίκους της περιοχής και άκουσα με προσοχή τις διηγήσεις τους και ανάμεσά τους, μου συστήθηκε ξάφνου νοερά κι ένα νεαρό ζευγάρι: η Ηλέκτρα και ο Δημήτρης, οι κεντρικοί ήρωες των «Άλικων Σιωπών».
 Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται λοιπόν η ιστορία μιας μεγάλης, απαγορευμένης αγάπης που δοκιμάζεται και περνάει από σαράντα κύματα κατά τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας της χώρας μας. Ξεκινά στη Θεσσαλονίκη του 1935, λίγο πριν από τη δικτατορία του Μεταξά, εξελίσσεται στα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κορυφώνεται στην εποχή του Εμφυλίου και του ανταρτοπόλεμου στα βουνά της Πιερίας, για να καταλήξει εντέλει σε πιο σύγχρονη εποχή, στον Οκτώβριο του 1990. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, είναι δύο άνθρωποι των οποίων οι δρόμοι θα έπρεπε να προχωρούν κανονικά παράλληλα, χωρίς ποτέ να διασταυρώνονται. Αγαπιούνται όμως βαθιά, επιλέγοντας να καθοριστούν από αυτά που τους ενώνουν και όχι από τα τόσα πολλά που τους χωρίζουν, διχάζονται ανάμεσα σε αυτά που τους προστάζει η καρδιά τους και σε εκείνα που ορίζει η ηθική τους, στα όνειρά τους, σε ιδεολογίες κατασκευασμένες και απατηλές, που σύντομα μετατρέπονται στον χειρότερο εφιάλτη. Και τελικά αναρωτιούνται εκείνοι κι εμείς μαζί: μηδενίζει το ρολόι της ζωής; Και αν ναι, πόσες φορές; Μπορεί κανείς να τα αφήσει όλα πίσω του και να ξεκινήσει από την αρχή; Και αν ναι, με ποιο τίμημα;


2) Η ιστορία του βιβλίου εξελίσσεται στην Θεσσαλονίκη του 1935, λίγο πριν από τη δικτατορία του Μεταξά, συνάντα τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κορυφώνεται στην εποχή του Εμφυλίου και του ανταρτοπόλεμου στα βουνά της Πιερίας, για να καταλήξει εντέλει σε μια πιο σύγχρονη εποχή, στον Οκτώβριο του 1990. Ένα μακρύ οδοιπορικό λοιπόν που περνά μέσα από δύσκολες εποχές για την χώρα μας. 
Πόσο σε δυσκόλεψε αυτό;

Κ.Θ: Ήταν δύσκολη και επίσης αρκετά οδυνηρή για μένα η συγκεκριμένη ιστορική έρευνα, ιδίως το κομμάτι της που αφορούσε τα γεγονότα του Εμφυλίου. Έπρεπε να «παλέψω» με ένα πλήθος πηγών και μαρτυριών, πολλές εκ των οποίων ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρες, ενώ παράλληλα οι περισσότερες εξ αυτών ήταν αντιφατικές και μεταξύ τους αντικρουόμενες, ανάλογα πάντα με την πολιτική απόχρωση που είχαν. Ήταν όμως ένα προσωπικό στοίχημα που έβαλα σκοπό να το κερδίσω. Με εκνεύριζε πάντα και ως μαθήτρια παλαιότερα και ως καθηγήτρια αργότερα πως τα διδακτικά εγχειρίδια της Νεότερης Ιστορίας έφταναν μονάχα ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος μάλιστα τις περισσότερες φορές διδασκόταν επιγραμματικά. Σκόπιμα και απόλυτα συνειδητά έμενε λοιπόν ένα ζωτικό κομμάτι της ιστορίας μας απέξω, ένα κομμάτι που «διψούσα» να ανακαλύψω και να φέρω έστω και εν μέρει μέσω του βιβλίου μου στο φως. Πιστεύω άλλωστε ακράδαντα αυτό που είχα γράψει παλιότερα στην «Αποικία της Λήθης», πως δηλαδή «είναι πολύ άσχημο να μην έχει κανείς μέλλον, είναι όμως κυριολεκτικά αφόρητο να μην έχει παρελθόν». Και όντως είναι το παρελθόν αυτό που μας καθορίζει, είναι οι καταβολές μας αυτές που μας κινούν ακόμα και υποσυνείδητα, το «τότε» αυτό που μας προστατεύει ή μας οδηγεί κατευθείαν πάνω στις κακοτοπιές.

3) Πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που συναντάμε στο βιβλίο σου, η υπόλοιπη ιστορία είναι και αυτή βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα ή για άλλη μια φορά η έμπνευση σου, ήταν η αφορμή για ένα όμορφο λογοτεχνικό ταξίδι; 

Κ.Θ: Η υπόθεση του βιβλίου είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας. Εκτός όμως από την «εμμονή» μου για αντικειμενικότητα και ορθότητα του ιστορικού πλαισίου στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωές μου, το βιβλίο αυτό έχει μια ιδιαιτερότητα: την πλοκή και τη ροή της μυθοπλασίας συνδράμουν αληθινά και ιδιαίτερα σημαντικά πρόσωπα της εποχής, όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Άρης Βελουχιώτης που αποκτούν πρωταγωνιστικούς ρόλους και άμεση αλληλεπίδραση με τους φανταστικούς ήρωες του βιβλίου.


4) Ηλέκτρα και Δημήτρης, οι ήρωες σου παραδίνονται στην δίνη ενός κεραυνοβόλου ερωτά και μαζί ξετυλίγουν το νήμα της ιστορίας σου. Μίλησε μας λίγο για αυτούς.

Κ.Θ: Η Ηλέκτρα και ο Δημήτρης, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αρετές, έχουν όμως και αδυναμίες. Αυτά που θαύμασα και αγάπησα και στους δυο τους είναι ο καθαρός τους χαρακτήρας, το θάρρος, η συνέπεια στις επιλογές τους, το αίσθημα ευθύνης και τιμής, η δύναμη της ψυχής και της αγάπης τους, η παραδοχή των λαθών τους. Ζουν έναν έρωτα αντίξοο, απαγορευμένο και «καμένο» στην πραγματικότητα από την πρώτη στιγμή, δεν το βάζουν όμως κάτω, δεν καταφεύγουν σε εύκολες λύσεις και δεν υποκύπτουν σε αυτά που άλλοι έχουν ορίσει για εκείνους, όποιο κι αν είναι το τίμημα.



5) Ποιος είναι ο δικός σου αγαπημένος ήρωας του βιβλίου και ποιο είναι το σημείο που γράφοντας το, λύγισες...

Κ.Θ: Αγάπησα εντέλει έναν αμφιλεγόμενο ήρωα του βιβλίου, τον Ισίδωρο που ενώ ξεκινά ως ιδιαίτερα αντιπαθητική μορφή, καταλήγει, για μένα τουλάχιστον, σε αυτόν που ξέρει να αγαπά αληθινά, να συγχωρεί και να κάνει τα πάντα γι’ αυτούς που αγαπά.
 Έχω να σας εκμυστηρευτώ πως λύγισα και έκλαψα σε πολλά σημεία του συγγραφικού αυτού ταξιδιού, τόσο όταν εντρυφούσα στα ιστορικά αρχεία και τις μαρτυρίες του Εμφυλίου, όσο και όταν καθόριζα τις ζωές των ηρώων μου με την  πένα μου. Σχεδόν όλα τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου καλούνται να πάρουν κάποιες πολύ δύσκολες αποφάσεις και ιδίως σε κάποιες από αυτές πόνεσα πολύ και όταν τις έγραφα και όταν ξαναδιάβασα αργότερα το κείμενό μου. Δεν θέλω όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, για να μη σας «χαλάσω» τη δική σας ανάγνωση και αντίληψη του κειμένου. 



6) Γιατί "Άλικες σιωπές"; 

Κ.Θ: O τίτλος «Άλικες Σιωπές» γεννήθηκε μέσα μου στα τελειώματα του βιβλίου, όταν το παρελθόν –που με πολύ πόνο αφήνει πίσω της η Ηλέκτρα, η πρωταγωνίστρια της ιστορίας- χτυπά και πάλι την πόρτα της, με τη μορφή κατακόκκινων τετράγωνων φακέλων. Και, καθότι οι «σιωπές» της Ηλέκτρας έπαιξαν εξαρχής καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, ξαφνικά συνειδητοποίησα πως αυτές είχαν απόχρωση και μάλιστα άλικη. Άλλες φορές κατακόκκινη σαν εκείνη των φακέλων, άλλες σκούρα και άλλες σχεδόν ροζ, ανάλογα με τα όσα αυτές αντιπροσώπευαν.


7) Είμαι σίγουρη ότι η πρώτη που απόλαυσες αυτό το ταξίδι είσαι εσύ. Αν δεν ήταν έτσι δεν θα μας το είχες αφηγηθεί και για αυτό είμαι σίγουρη. Θέλω να μου πεις λοιπόν, τι σου άφησε αυτό το ταξίδι και πως ήταν η επιστροφή σου από αυτό. Η στιγμή δηλαδή που έγραφες την τελευταία σελίδα.

 Κ.Θ: Είναι πάντα ανάμεικτα τα συναισθήματα τη στιγμή που γράφεις τη λέξη «τέλος». Από τη μία ανακούφιση, χαρά και ευγνωμοσύνη που τα κατάφερες και από την άλλη μια περίεργη αίσθηση κενού και μοναξιάς. Γιατί η αλήθεια είναι πως ξαφνικά καλείσαι βίαια και απότομα να απομακρυνθείς από έναν κόσμο, στον οποίο ζούσες καθημερινά για πολύ καιρό, να αποχωριστείς άτομα που έχεις αγαπήσει και να δεχτείς πως αυτά συνεχίζουν πλέον χωρίς εσένα, αφού  δεν μονοπωλούν πια τις σκέψεις σου οι ζωές τους. Κι εκείνη την ώρα νιώθεις και λίγο παραπεταμένη: δεν σε έχουν ανάγκη τελικά, είναι αυτόνομοι οι ήρωές σου, ζουν μεν στο σύμπαν που τους δημιούργησες, έχουν όμως πια σηκώσει μπαϊράκι και κινούνται αυτόνομα στον κόσμο τους. Νομίζω ότι το συναίσθημα αυτό πρέπει να μοιάζει λίγο με εκείνο της μάνας, όταν τα παιδιά της μεγαλώνουν και φεύγουν από κοντά της, αφήνοντας άδεια τη «φωλιά» τους.


8) Κάθε φορά σε βρίσκω και πιο τολμηρή με τα θέματα των βιβλίων σου. Στο βιβλίο "Αποικία της λήθης", αγγίζεις με πολύ μεγάλη ευαισθησία και αναδεικνύεις το πρόβλημα του κοινωνικού ρατσισμού, των ανθρώπων που πάσχουν από ψυχικά νοσήματα. Στο "Η αγάπη που δεν άκουσες", καταπιάνεσαι με πολύ σοβαρά θέματα, ενδοοικογενειακή βία, κοινωνικός αποκλεισμός, σχολικός εκφοβισμός, αντικοινωνικές και ρατσιστικές συμπεριφορές και τα καταφέρνεις καταπληκτικά. Αυτό το βιβλίο είναι και πάλι κάτι διαφορετικό από σένα. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο απαιτεί μεγάλη έρευνα και συνέπεια που το κάνει ακόμα πιο δύσκολο, η περίοδο με την οποία αποφάσισες να ασχοληθείς.  Τι σε κάνει να τολμάς και να παίρνεις το ρίσκο για κάτι άλλο; 

 Κ.Θ: Νομίζω ότι τολμώ τέτοια βήματα, γιατί δεν τα αποφασίζω συνειδητά, δεν τα σκέφτομαι δηλαδή από πριν και άρα δεν εξετάζω και τους «κινδύνους» που ελλοχεύουν. Άπαξ και μπει μια ιδέα στο μυαλό μου, αν «γνωρίσω» τους ήρωες μου με τη φαντασία μου, η αποτύπωσή τους πλέον στο χαρτί αποτελεί μονόδρομο. Παράλληλα νομίζω πως θα βαριόμουν τραγικά αν η θεματολογία μου ήταν επαναλαμβανόμενη και τα βιβλία μου κινούνταν μόνιμα γύρω από τον ίδιο άξονα, ακόμα και αν αυτός ο άξονας αποτελούσε δοκιμασμένη και πετυχημένη συνταγή.


9) Η γραφή σου είναι πάντα συναισθηματική, τρυφερή, απλή και άμεση. Οι περιγραφές σου φωτογραφικές, λυρικές ή πιο απλά δοσμένες όπου πρέπει. Τώρα ενώ έχεις κρατήσει όλα τα στοιχεία που προανέφερα, διέκρινα έναν λόγο πιο μεστό και ώριμο από τις προηγούμενες φορές, πιο συγκεκριμένο και με ουσία. Ο συγγραφέας πρέπει πάντα να εξελίσσεται, εσύ ανέβασες πολύ ψηλά τον πήχη και τα κατάφερες και πάλι. 
Πως νιώθεις για αυτό; Υπάρχει όριο στην συγγραφική εξέλιξη; 

Κ.Θ: Νομίζω πως δεν υπάρχει όριο και σίγουρα δεν πρέπει να υπάρχει όριο και αυτό αφορά την οποιαδήποτε δημιουργική και καλλιτεχνική έκφραση. Κανείς μπορεί πάντα να εξελίσσεται και να γίνεται καλύτερος, να ωριμάζει, να δοκιμάζει, να ανεβαίνει τα σκαλιά. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως όλες οι απόπειρες ενός δημιουργού αγαπιούνται εξίσου και χαίρουν πάντα της ίδιας αποδοχής. Σημασία όμως έχει εσύ να μην προδίδεις τις αρχές και τα θέλω σου και να έχεις πάντα ως στόχο να γίνεσαι καλύτερος και να παραμένεις ταυτόχρονα αληθινός και πιστός στις αρχές σου.



10) Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να περάσεις στον αναγνώστη μέσα από την ιστορία σου; 
Κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα ή μια δικιά σου αλήθεια ή απλά η έμπνευση σου, ήταν η αφορμή για ένα όμορφο λογοτεχνικό ταξίδι;

Κ.Θ: Στην πραγματικότητα θα ήθελα ο αναγνώστης να εστιάσει σε όλα εκείνα που μας ενώνουν ως άτομα και ως λαό και όχι σε αυτά που μας δίχασαν τότε και πολλές φορές μας διχάζουν ακόμα και σήμερα. Πιστεύω ακράδαντα πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται και ο μόνος τρόπος να αποφύγει κανείς τον φαύλο κύκλο της επανάληψης είναι να μάθει από τα λάθη του παρελθόντος. Παράλληλα το βιβλίο αυτό εστιάζει στη δύναμη της αληθινής αγάπης και του έρωτα που καταφέρνει εντέλει να παρακάμψει τα πάντα: την πολιτική, το κοινωνικό κατεστημένο, τα πρέπει και τα δεν πρέπει, ακόμα και τον ίδιο τον πόλεμο.

11) Τι σε βγάζει από τα όρια σου και τι σε ηρεμεί; 
Που μπορείς να κάνεις υπομονή και που την χάνεις; 
Τι σου αρέσει να κάνεις όταν έχεις χρόνο;

Κ.Θ: Με βγάζει εκτός εαυτού η ανθρώπινη κακία, ο μικροπρεπισμός και το ψέμα. Σιχαίνομαι το «δήθεν» και το κακό –ή καλό- είναι πως σπάνια μπορώ να κρύψω τα συναισθήματά μου, όταν το αντικρίζω. Γενικά βέβαια σπάνια χάνω την υπομονή μου και ακόμα πιο σπάνια εκρήγνυμαι από θυμό. Όταν και εάν συμβεί όμως, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε... Με ηρεμούν η αγκαλιά του άντρα μου, οι βόλτες με τα σκυλιά μου, οι συζητήσεις με ανθρώπους που αγαπώ και με αγαπάνε, τα ταξίδια, τα αληθινά ή τα νοητά. Λατρεύω τις βόλτες στη θάλασσα, το κόκκινο κρασί και είμαι απόλυτα άνθρωπος του Καλοκαιριού.


12) Ποιο είναι το βιβλίο που θα διάβαζες περισσότερο από μια φορά και πιο αυτό που σε ενθουσίασε από αυτά που διάβασες πρόσφατα;

Κ.Θ: Έχω διαβάσει αρκετές φορές το 1984 του Τζωρτζ Όργουελ και η αλήθεια είναι πως κάθε φορά που το διαβάζω με διατρέχουν ρίγη από την κορυφή ως τα νύχια. Τελείωσα μόλις το «Γιάντες» της Αμάντας Μιχαλοπούλου και μου άρεσε πάρα πολύ. Ήταν έξυπνο, προκλητικό, πρωτότυπο και εξαιρετικά καλογραμμένο.


13) Οι αναγνώστες σου σε αγαπάνε Κλαίρη. Δεν διακρίνουν σε σένα μόνο την καλή συγγραφέα, μα και έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Αυτό εσύ το έχτισες. Τι σημαίνει αυτό για σένα; Θεωρείς πως ο συγγραφέας πρέπει να κρατάει μια επαφή με τους αναγνώστες του ή πως αρκεί η επαφή που διατηρεί μαζί τους μέσα από τα βιβλία του; 

Κ.Θ: Νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει καθαρά με τον χαρακτήρα του καθενός. Εγώ ήμουν ανέκαθεν και εξακολουθώ να είμαι πολύ κοινωνική. Μου αρέσει να γνωρίζω καινούριο κόσμο, να συζητώ και να μοιράζομαι απόψεις και η αλήθεια είναι πως μέσω της συγγραφής ήρθα σε επαφή με ανθρώπους που πλέον θεωρώ αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Παρόλα αυτά θεωρώ πως και εδώ, όπως και στα πάντα άλλωστε στη ζωή μας πρέπει να υπάρχει η αίσθηση του μέτρου και της στοιχειώδους ευγένειας εκατέρωθεν.  


14) Τι άλλο να περιμένουμε από σένα Κλαίρη; 
Ποιο είναι το επόμενο συγγραφικό σου βήμα; 

 Κ.Θ: Τον Οκτώβριο πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Ψυχογιός το επόμενο βιβλίο μου με θέμα τις ζωές των δίδυμων κοριτσιών του Δημήτρη και της Ηλέκτρας. Πρόκειται για τη χρονική συνέχεια της ιστορίας των «Άλικων Σιωπών», θα είναι όμως ένα βιβλίο που θα διαβάζεται αυτόνομα και ανεξάρτητα, δεν θα αποτελεί δηλαδή προϋπόθεση η ανάγνωση του πρώτου βιβλίου για την κατανόηση του δεύτερου.


14+1  Εδώ λοιπόν μπορείς  να προσθέσεις μόνη σου, την ερώτηση που δεν σου έκανα.. Τι δεν σε ρώτησα που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας..;;

 Κ.Θ: Καλλιόπη μου, δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι που να μην κάλυψες με τις εξαιρετικές ερωτήσεις σου. Το μόνο λοιπόν που έχω να πω εδώ είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ και ένα ακόμα πιο μεγάλο συγχαρητήρια για την ομάδα «Βιβλίων Ορίζοντες» που ξεχωρίζει για το ήθος και τη θεματολογία της στις καρδιές όλων μας!



Η ΚΛΑΙΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ γεννήθηκε στην Ελλάδα και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Γερμανία. Ζει στην Αθήνα με τον άντρα της και τα τέσσερα σκυλιά τους και λατρεύει τα ταξίδια. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική Ξένων Γλωσσών και την Εκπαιδευτική Αξιολόγηση. Επίσης έχει σπουδάσει φωτογραφία κι έχει εργαστεί ως φωτογράφος και συντάκτρια σε ελληνικά περιοδικά. Σήμερα εργάζεται σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα ασχολείται με την καλλιτεχνική φωτογραφία, συμμετέχοντας σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ και Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΕΣ.



ΚΛΑΙΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ-ΆΛΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Θεσσαλονίκη 1935.

Η Ηλέκτρα δεν έπρεπε να ερωτευτεί τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης δεν έπρεπε να ερωτευτεί την Ηλέκτρα. Κι όμως, σε πείσμα των διαφορετικών κόσμων από τους οποίους προέρχονται, της αδυσώπητης δικτατορίας που ζυγώνει και του πολέμου που απλώνεται σαν μαύρο σύννεφο, ο έρωτας τους είναι κεραυνοβόλος, απόλυτος και συνάμα σαρωτικός. Σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν και το σκοτάδι έχει κυριαρχήσει στο φως, σε μια κοινωνία που αδερφός προδίδει και σκοτώνει αδερφό, σε μια πραγματικότητα που τα πάντα - ακόμα και η ίδια η σιωπή - καθορίζονται από την πολιτική απόχρωση που τους αποδίδεται, εκείνοι δεν διστάζουν να ακολουθήσουν τον μόνο δρόμο που μπορούν, εκείνον που προστάζει η ψυχή τους. Και μάλιστα με όποιο τίμημα, με κάθε κίνδυνο, με μόνη ελπίδα το όνειρο που κάποιοι τους αρνήθηκαν να ζήσουν. Άνθρωποι διχασμένοι, μεταμορφωμένοι σε σαρκοβόρα θεριά σε έναν κόσμο, μια χώρα, μια πόλη, μια οικογένεια που παραπαίει στη δίνη του πολέμου. Όχι μόνο του μεγάλου, αλλά κι εκείνου του άλλου: του πιο βρόμικου και ανίερου, του πιο σπαρακτικού και άδικου, του εμφυλίου. 

Πόσες φορές μηδενίζει το ρολόι της ζωής; Πόσες φορές μπορεί να ξεκινήσει κανείς από την αρχή; Και πόσο “άλικο” μπορεί να είναι το παρελθόν, όταν εισβάλλει απρόσκλητο με τη μορφή τετράγωνων, κατακόκκινων φακέλων στο παρόν ανατρέποντας το μέλλον;



ΆΛΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ

Επιμέλεια συνέντευξης Καλλιόπη Γιακουμή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *