Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”


“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”

Ο καλλιτέχνης εκφράζεται μέσα από τα έργα του. Πραγματικός καλλιτέχνης, είσαι όταν παίρνεις κάτι ολότελα δικό σου και το κάνεις να ανήκει σε όλον τον κόσμο. Το κάθε έργο, είναι μια συνέντευξη του καλλιτέχνη με τον εαυτό του. Κάθε συνέντευξη που παίρνει ένας τρίτος από έναν καλλιτέχνη, έχει πάντα κάτι το παραφραστικό και το επιτηδευμένο. Ο μόνος τρόπος να παρουσιάσεις κάτι αληθινό, είναι να δημιουργήσεις μαζί με τον καλλιτέχνη μια νέα αλήθεια, ένα νέο έργο. Ο διάλογος είναι μια εξαιρετική μορφή λογοτεχνίας για να φτάσεις στην αλήθεια, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Χρειάζομαι έναν δοτικό καλλιτέχνη για να “βαδίσει” μαζί μου σ’ αυτό το εγχείρημα. 

“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”, με τη Ρένα Ρώσση Ζαϊρη  
 Ποια καταλληλότερη από τη Ρένα Ρώσση Ζαϊρη, η οποία δεν κρύβεται πίσω απ’ τις λέξεις και δε διστάζει  να βγει μπροστά απ’ αυτές, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες της ψυχής και του μυαλού της.


Δε φοβάμαι το νερό, δε φοβάμαι το κύμα… το άδυτο φοβάμαι. Η θάλασσα, μου προκαλούσε από μικρή τα πιο ακραία συναισθήματα, τρόμο κι έλξη, μέθη και δέος. Ένας κόσμος απέραντος, κρύος, σκοτεινός, μυστηριώδης˙ ένας κόσμος ξένος. Εγώ μεγάλωσα στη σκιά των υψηλών βουνών της Μακεδονίας, ο Κορύλοβος η σκεπή μου˙ κύματα στον ορίζοντα μου οι παγωμένες κορυφές.
   Ακόμα κι όταν έφυγα απ’ τα πάτρια εδάφη, όταν απέκτησα οικογένεια και πηγαίναμε όλοι μαζί στην παραλία, η καρδία μου σφιγγόταν όσο πλησιάζαμε το γαλάζιο. Τα παιδιά μου μαγεμένα, παραδίδονταν σαν υπνωτισμένα στο κάλεσμα της κι εγώ την μισούσα και ταυτόχρονα την εκλιπαρούσα. “Θάλασσα σε ικετεύω, μη μου πάρεις τα παιδιά μου”. Μόνο όταν αγριεύει, όταν ο εχθρός δείχνει το αληθινό του πρόσωπο, τότε νιώθω δικαιωμένη, επιτέλους ελεύθερη να φωνάξω και να κλάψω.
   Όμως αυτή τη στιγμή, παγιδευμένη πάνω στο ηλιόλουστο κατάστρωμα, μόνη ανάμεσα στους πολλούς, εγώ χάνομαι στο σκοτάδι. Τη βλέπω γύρω μου, τη νιώθω, πιο ήρεμη από ποτέ, πιο απειλητική από ποτέ. Με τον ουρανό για συνεργό, η Θάλασσα του Μαρμαρά έχει βάψει τον κόσμο όλο στο χρώμα το δικό της. Πανικός και απελπισία, Χάρυβδη και Σκύλλα, με περιμένουν με τα χέρια ανοιχτά. Το μόνο που με προφυλάσσει -για πόσο ακόμα;- από τη θανάσιμη τους αγκαλιά, είναι ο θυμός που νιώθω μέσα μου. Ένας θυμός απ’ αυτούς που δεν έχουν άλλο αποδέκτη, παρά μόνο τον εαυτό μας.
   “Μα τι σκεφτόμουν, πως μπόρεσα να προτιμήσω το πλοίο από την γέφυρα;” Βέβαια η Προποντίδα φαινόταν τόσο μικρή πάνω στον χάρτη˙ ένα μικρό άλμα από μια ήπειρο σε άλλη. Δεν πίστευα ποτέ πως θα έχανα τη στεριά απ’ τα μάτια μου. «Κοντά στην κόρη μου δυο ώρες νωρίτερα», η υπόσχεση αυτή αναμφίβολα πρόσθεσε το δικό της βάρος στην πλάστιγγα των αποφάσεων. Δυο ώρες ηχούν καμιά φορά, σα μια αιωνιότητα στην καρδιά μιας μητέρας αν και είναι ένας χρόνος ελάχιστος, πραγματικά αμελητέος, στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής. Αρκεί η ζωή αυτή να μη τελειώσει πρόωρα, μαρτυρικά… κι εγώ από το θάρρος πλέον προδομένη, νιώθω πως έχει έρθει η στιγμή μου. Θα πεθάνω εδώ και τώρα, πνιγμένη στον βυθό μιας ανυπέρβλητης φοβίας.
   Τότε νιώθω να μου σφίγγουν το χέρι -όσο σφιχτό μπορεί να είναι ένα χάδι-. Αισθάνομαι τον παλμό, αισθάνομαι τη θέρμη, μια δύναμη ψυχής που με τραβάει στην επιφάνεια. «Μην ανησυχείς κοπέλα μου, δεν υπάρχει θυμός σ’ αυτά τα νερά. Πίστεψε με». Η φωνή της γυναίκας είναι απ’ αυτές που ακουμπούν τα λόγια τους απαλά σε μια παλάμη αέρα, χωρίς βιασύνη αλλά και χωρίς δισταγμό. Λίγα λόγια, μια υπόσχεση και ένα αδιαπραγμάτευτο χαμόγελο στο βλέμμα. «Κοίταξε με στα μάτια και θα δεις την ακτογραμμή που αναζητάς», ακόμα λίγες λέξεις, ακόμα λίγος χρόνος που μου δίνεται με ευγένεια για να ξαναβρώ τον εαυτό μου. «Σας ευχαριστώ. Με λένε Σοφία. Και πάλι σας ευχαριστώ!» Το λιγότερο που οφείλω να πω, και το περισσότερο που καταφέρνω. 

  
«Με λένε Ρένα. Και να είσαι σίγουρη πως δε θ’ αργήσουμε να πατήσουμε τα πόδια μας στην Βασίλισσα των ηπείρων. Μέχρι τότε τι θα έλεγες να πάμε να καθίσουμε σ’ εκείνα τα δυο ελεύθερα καθίσματα, πριν επιλέξουν να προσφέρουν την άνεση τους σε άλλους ταξιδιώτες;»
   Αν και μου φαίνεται αρχικά πως δε θα καταφέρω να διανύσω την ατελείωτη διαδρομή μέχρι τη σχετική ασφάλεια των καθισμάτων χωρίς να θέσω σε κίνδυνο την αξιοπρέπεια μου, εν τέλη η παρουσία της κυρίας δίπλα μου κάνει το ακατόρθωτο εφικτό.

  Καταλαβαίνοντας πως ο μόνος τρόπος για να αποβάλω λίγο απ’ το άγχος μου και να ξεχάσω όσο το δυνατό πως είμαι εν πλω στη μέση τους πελάγους, η σωτήρας μου με παρασέρνει σε μια γρήγορη συζήτηση όπου ερωτήσεις και απαντήσεις εκατέρωθεν ακολουθούν η μία την άλλη σε ζωηρό ρυθμό.

Σ.Δ: Πιστεύεις πως για να μείνει στην ιστορία μια γυναίκα πρέπει να έχει το τραγικό τέλος της Ιωάννας της Λορένης ή της Κλεοπάτρας;
Ρ.Ρ.Ζ.: Πιστεύω πως για να μείνει στην ιστορία μια γυναίκα πρέπει αγαπάει και να σέβεται τον εαυτό της. Να χαμογελάει στη ζωή, να χαράζει μονοπάτια αγάπης, να προσφέρει στους συνανθρώπους της, να σφίγγει στην αγκαλιά της τα παιδιά της, τον άντρα που στέκεται ισότιμα δίπλα της. Είναι η ηρωίδα, οι δικές μου ηρωίδες αυτές, τις υμνώ σε κάθε μου βιβλίο. για μένα αξίζουν περισσότερο από κάθε Ιωάννα της Λορένης, από κάθε Κλεοπάτρα. Η ιστορία τους, ο αγώνας τους, τα όσα προσφέρουν, κυλάει στο αίμα των παιδιών τους, συνεχίζεται μέσα από αυτά…




Σ.Δ.: Ποιοι μας καθορίζουν πραγματικά, οι εχθροί μας ή οι φίλοι μας;

R.R.Z.: Οι εχθροί μας. Γιατί καθορίζουν και τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε αποτελεσματικά τα αρνητικά συναισθήματα που γεννούν μέσα μας.

Σ.Δ.: Απ’ όλες τις λέξεις της ελληνικής γλώσσας, ποια σ’ έχει πονέσει πιο πολύ;

Ρ.Ρ.Ζ.: Η απώλεια. Έχασα τη μητέρα μου δύο χρονών…

Σ.Δ.: Πως μπορείς να ανταποδώσεις στη μοίρα για το ταλέντο που σου χάρισε;

Ρ.Ρ.Ζ.: Με ευγνωμοσύνη, άπειρη ευγνωμοσύνη, πιάνοντας από το χέρι τους αγαπημένους μου αναγνώστες, κάνοντάς τους κοινωνούς στο όνειρό μου, γράφοντας για την καθημερινότητά τους, τα προβλήματά τους, προσπαθώντας να χαρίσω λύσεις, να τους βοηθήσω να καταλάβουν καλύτερα τον εαυτό τους και να τον αγαπήσουν περισσότερο.



Σ.Δ.: Αν το σεξ ήταν απαγορευμένο, ο έρωτας θα ήταν πιο δυνατός;

Ρ.Ρ.Ζ.: Έρωτας χωρίς σεξ, δεν μπορεί να υπάρξει. Αγάπη χωρίς σεξ όμως, μπορεί. Γιατί η αγάπη ανέχεται τα πάντα. Δεν έχει κανένα κοινό με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη…

Σ.Δ.: Πόσο εύκολο είναι για την καρδιά σου να συγχωρέσει τα λάθη του μυαλού σου, και πόσο εύκολο για το μυαλό σου να συγχωρέσει τα λάθη της καρδιάς σου;

Ρ.Ρ.Ζ.: Και για τα λάθη της καρδιάς και για τα λάθη του μυαλού μου, προσπαθώ να με συγχωρήσω να με κατανοήσω, να με αγαπήσω ακόμα περισσότερο. Είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Το παλεύω…

Σ.Δ.: Αν ξαναζούσες τη ζωή σου από την αρχή, θα ήθελες να γνωρίζεις τη έγινε στην προηγούμενη, για να μπορέσεις να τα ξαναζήσεις ή για να μπορέσεις να τ’ αποφύγεις;

Ρ.Ρ.Ζ.: Τα λάθη μας είναι που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Αυτά διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας. Αν ξέραμε από πριν τι έχει γίνει και τι πρόκειται να γίνει, δε θα αντέχαμε την ίδια τη ζωή μας. Πρέπει να πέσουμε στον γκρεμό για να τα καταφέρουμε να αλλάξουμε, να γίνουμε δυνατότεροι και σοφότεροι. Χωρίς «σκονάκι» με τις λύσεις, σωστές ή μη.




Σ.Δ.: Θα υπήρχε κάποιο επιχείρημα που θα σε έπειθε να γράψεις ανώνυμα ένα βιβλίο για κάποιον άλλο συγγραφέα;

Ρ.Ρ.Ζ.: Δε θα έγραφα ανώνυμα κάποιο βιβλίο για κάποιον άλλο συγγραφέα. Θα τον άφηνα να το γράψει εκείνος και αν ζητούσε τη βοήθειά μου, θα μπορούσα να διορθώσω χρησιμοποιώντας την εμπειρία μου, κάθε του πρόταση. Χωρίς να αλλάξω το νόημα της ύπαρξής του μέσα από τις λέξεις. Χωρίς να διορθώσω τα συναισθήματά του. Κάθε συγγραφέας είναι μοναδικός.

Σ.Δ.: Αν γυριζόταν μια ταινία για τη ζωή σου, θα ήθελες να παίξει τον ρόλο σου η κόρη σου;

Ρ.Ρ.Ζ.: Όχι, δε θα ήθελα να παίξει κάποιον ρόλο η κόρη μου, ούτε ο γιος μου. Γιατί ποτέ δεν προσπάθησα να φτιάξω τα παιδιά μου σαν κι εμένα. Τους έδωσα και τους δίνω την αγάπη μου, αλλά όχι τη σκέψη μου. Η ψυχή τους κατοικεί στο αύριο, στο μέλλον, που ούτε να το ονειρευτώ δεν μπορώ…

Σ.Δ.: Τι πιστεύεις γι’ αυτή τη δήλωση του Σασά Γκιτρύ: «Οι ενάρετες γυναίκες είναι απαρηγόρητες για τα αμαρτήματα που δεν τις βαραίνουν».

Ρ.Ρ.Ζ.: Πιστεύω πως έπρεπε να με διδάξουν από μικρούλα όλα όσα δήλωσε. Με την έννοια πως όπως οι περισσότερες γυναίκες έβαζα πάντα τους άλλους και τελευταίο τον εαυτό μου στα θέλω μου.

Σ.Δ.: Αν με κάποιο μαγικό τρόπο ήξερες εκ των προτέρων πως το βιβλίο που γράφεις θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, θα σε βοηθούσε να το ολοκληρώσεις γρηγορότερα ή θα σε δυσκόλευε να το τελειώσεις;

Ρ.Ρ.Ζ.: Η γραφή είναι η ανάσα μου. Δε βουτάω ποτέ στη θάλασσα των συναισθημάτων μου για να γίνει κάποιο μυθιστόρημά μου επιτυχία κι αν το ήξερα εκ των προτέρων θα με μπλοκάριζε, θα ξέφευγα από τον στόχο μου.

Σ.Δ.: Αν γινόσουν καλλιτεχνικός μετανάστης, στο επόμενο σου βιβλίο θα έγραφες για τον νέο κόσμο ή για τη χαμένη πατρίδα;

Ρ.Ρ.Ζ.: Θα έγραφα για τη χαμένη μου πατρίδα. Το παρελθόν είναι που καθορίζει το μέλλον μας.



Σ.Δ.: Πιστεύεις πως ο ρομαντισμός χάθηκε μαζί με τα υφασμάτινα μαντίλια;

Ρ.Ρ.Ζ.: Ο ρομαντισμός ζει και βασιλεύει σε κάθε μου βιβλίο, σε κάθε μου λέξη, γράφοντας ακόμα και για καθημερινούς ήρωες της διπλανής πόρτας. Δεν μπορώ να ζήσω ή να γράψω, χωρίς συναισθήματα, συγκινήσεις, πάθος. Ακόμα και τα χάρτινα μαντίλια στις ημέρες μας κρύβουν ρομαντισμό, ταξιδεύουν στο όνειρο.


Σ.Δ.: Ποια εικόνα είναι για σένα πιο τρομακτική, αυτή του πατέρα που κρατάει μια ζώνη στο χέρι ή αυτή της μητέρας που ανεβάζει τον ήχο για να μην ακούσουν οι διπλανοί;

Ρ.Ρ.Ζ.: Της μητέρας που ανεβάζει τον ήχο… Με ανατρίχιασε η ερώτησή σου. Είναι ποτέ δυνατόν μια μάνα να γίνει απλός μάρτυρας της βίας στο παιδί της από τον πατέρα τους, χωρίς να αντιδράσει αποτελεσματικά;

Σ.Δ.: Όταν κάποιος σου λέει πόσους φίλους έχει, από ποιον αριθμό και πάνω καταλαβαίνεις πως δεν έχει κανέναν;

Ρ.Ρ.Ζ.: Για να καμαρώνει κάποιος για τον αριθμό των φίλων, σημαίνει πως δεν έχει κανένα πραγματικό φίλο, πως ψάχνει απεγνωσμένα τη φιλία.



Σ.Δ.: Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σκότωσε την τέχνη της επιστολής. Πιστεύεις πως η ψηφιακή τεχνολογία είναι μια serial killer που έχει κι άλλα λογοτεχνικά είδη στη λίστα της;

Ρ.Ρ.Ζ.: Πάντα βρίσκουμε τρόπους να πούμε «σ’ αγαπώ» με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, πάντα καταφέρνουμε να ταξιδέψουμε στο όνειρο με κάθε καινούργια ψηφιακή τεχνολογία, αν το θέλουμε πραγματικά.

Σ.Δ.: Όταν αντιλαμβάνεσαι πως έκανες κάτι αξιοθαύμαστο, ποιους σκέφτεσαι πρώτα, τους φίλους σου ή τους εχθρούς σου;
Ρ.Ρ.Ζ.: Τους φίλους μου. Γιατί είναι κομμάτι του εαυτού μου, γιατί θα χαρούν για μένα.




Κι όπως φτάνουμε χωρίς να το αντιληφθώ στο λιμάνι της Μουδανιάς, αντιλαμβάνομαι ξαφνικά πως ενώ η Ρένα, μου έκανε την τιμή να μου πει τόσα πολλά για τον εαυτό της, παραδόξως δεν την ρώτησα ως τώρα για τον σκοπό του ταξιδιού της. Αυτό συμβαίνει όταν ο εσωτερικός κόσμος ενός ανθρώπου είναι τόσο πλούσιος που η αποκάλυψη του σε τυφλώνει στο επιφανειακό του προφανούς. Αν και είμαι πλέον σίγουρη πως θα ξαναϊδωθούμε στο προσεχές μέλλον, ευπρέπεια και ενδιαφέρον μου επιβάλουν την ερώτηση που έπρεπε να κάνω εξ αρχής. «Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει επαγγελματικό ταξίδι» μου απαντά. «Αν και στην περίπτωση μου, αγαπημένη μου Σοφία, επάγγελμα, αναψυχή και γνωριμία πάνε πάντα μαζί. Με κάλεσαν από το πανεπιστήμιο Ουλουντάγ της Προύσας για μια διάλεξη με θέμα την φιλία μεταξύ των λαών. Σκέφτηκα να πω στους Τούρκους φοιτητές που θα με παρακολουθήσουν πως δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί, πως αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα απ’ αυτά που μας χωρίζουν”. Μια μικρή παύση, με κοιτάζει με νόημα και προσθέτει «και πως όταν εμείς κοιτάζουμε προς την ανατολή κι αυτοί προς τη δύση, το ίδιο πράγμα βλέπουμε, την ίδια θάλασσα, σαν συγγενείς γύρω από το ίδιο τραπέζι».
Σοφία Δερέ


Επιμέλεια και σύνταξη Σοφία Δερέ
Τρεις λέξεις θα αρκούσαν, για να μας συστήσουν την Σοφία.
Μακεδονίτισσα, Λέων, καλλιτέχνης. Οι άνθρωποι όμως, δεν είναι μόνο μια λάμψη σαν τον ήλιο, έχουν και μια διαδρομή. Μια πορεία αναζήτησης του δικού τους ουρανού, από τις ξεθωριασμένες σελίδες του χθες, ως τις λευκές σελίδες του αύριο. Ένα μοναδικό βιβλίο που σπανίως διαβάζεις από την αρχή, αλλά που πάντα αξίζει να το ξεφυλλίσεις ως τη σελίδα του σήμερα. Ας διαβάσουμε λοιπόν μαζί, λίγες σελίδες από το βιβλίο της Σοφίας.
Η Σοφία γεννήθηκε στους πρόποδες του Κορύλοβου, τη χρονιά που η μεγάλη σκιά σκέπασε την Ελλάδα. Το σπίτι της ,ένας ναός της τάξης και της ηθικής, όπου δέσποζε η ηγεμονική μορφή του πατέρα. Ένας πατέρας αλύγιστος, ασυμβίβαστος, μα ταυτόχρονα μια αστείρευτη πηγή προσφοράς και ανιδιοτέλειας. Το χέρι πάντα απλωμένο και ανοιχτό για προσφορά σε όλους, μα πάντα σηκωμένο και βαρύ συνόδευε την αυστηρότητα στον δρόμο για την τιμωρία. Στη σκιά του μια μητέρα ασπίδα, μια μητέρα χάδι, μια μητέρα θυσία. Το χέρι της πάντα σφιγμένο από εσωστρέφεια και συχνά πυκνά από φόβο.
Από τους γονείς της η Σοφία, κληρονόμησε υπερηφάνεια και δοτικότητα κι απ’ τα παιδικά της χρόνια -ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους των αυστηρών αρχών-, την ανάγκη για επανάσταση, για ανεξαρτησία, για ελευθερία.
Μεγάλωσε νωρίς, παντρεύτηκε νωρίς, έγινε η ίδια μάνα ενώ ήταν ακόμα παιδί.. Άφησε την κοιμισμένη αγκαλιά της επαρχιακής της πόλης, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη μόνη αρένα όπου όλα μπορούν να συμβούν. Εκεί που η καρδιά της χώρας χτυπά, στην Αθήνα των χιλιάδων προσώπων. Έφυγε μακριά και ποτέ δε ξαναγύρισε.
Αντιμετώπισε τον κόσμο όλο σε μια ηλικία, που τα άλλα κορίτσια ζεσταίνονται ακόμα κάτω απ’ τα γαλακτερά τους παπλώματα. Η Σοφία έκανε χίλιες δουλειές, γνώρισε χίλιους ανθρώπους, όμως τον ακρογωνιαίο λίθο της δικής της εστίας, του δικού της πεπρωμένου, της δικής της αποστολής, δεν τον άφησε να πέσει χάμω, κάτω από τα αυξανόμενα βάρη της ανθρώπινης καθημερινότητας. Ήθελε να μάθει για να ξέρει το γιατί, ήθελε να πάθει για να ξέρει το πώς, ήθελε να δοκιμάσει πολλά για να μη μετανιώσει. Δούλεψε για τους άλλους και δούλεψε για τον εαυτό της. Πούλησε, οργάνωσε, διεύθυνε και ίδρυσε. Ποτέ δεν ακολούθησε, ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν κουράστηκε.
Από την αίθουσα συσκέψεων μιας πολυεθνικής, στην αίθουσα με τους καθρέφτες του δικού της οίκου μόδας, η Σοφία πάνω απ’ όλα δημιούργησε.
Από μια ζωή τόσο γεμάτη, η Σοφία πήρε πολλά και έδωσε ακόμα περισσότερα, όπως το ποτάμι κατεβαίνει από το βουνό συλλέγοντας αργά και υπομονετικά το νερό για να γίνει μια μέρα θάλασσα.
Η θάλασσα Σοφία είναι πλέον έτοιμη να προσφέρει τον εσωτερικό της πλούτο σε όσους θα θελήσουν να διαβάσουν για έναν κόσμο ολόκληρο πίσω από τον αφρό των κυμάτων.
Ετοιμαστείτε -όσοι τολμηροί-, για ένα μεγάλο ταξίδι στις σελίδες της Σοφίας.
Στέφανος Παπαδόπουλος
Συγγραφέας





“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”
Ο καλλιτέχνης εκφράζεται μέσα από τα έργα του. Πραγματικός καλλιτέχνης, είσαι όταν παίρνεις κάτι ολότελα δικό σου και το κάνεις να ανήκει σε όλον τον κόσμο. Το κάθε έργο, είναι μια συνέντευξη του καλλιτέχνη με τον εαυτό του. Κάθε συνέντευξη που παίρνει ένας τρίτος από έναν καλλιτέχνη, έχει πάντα κάτι το παραφραστικό και το επιτηδευμένο. Ο μόνος τρόπος να παρουσιάσεις κάτι αληθινό, είναι να δημιουργήσεις μαζί με τον καλλιτέχνη μια νέα αλήθεια, ένα νέο έργο. Ο διάλογος είναι μια εξαιρετική μορφή λογοτεχνίας για να φτάσεις στην αλήθεια, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Χρειάζομαι έναν δοτικό καλλιτέχνη για να “βαδίσει” μαζί μου σ’ αυτό το εγχείρημα. 

“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”, με τη Ρένα Ρώσση Ζαϊρη  
 Ποια καταλληλότερη από τη Ρένα Ρώσση Ζαϊρη, η οποία δεν κρύβεται πίσω απ’ τις λέξεις και δε διστάζει  να βγει μπροστά απ’ αυτές, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες της ψυχής και του μυαλού της.

Δε φοβάμαι το νερό, δε φοβάμαι το κύμα… το άδυτο φοβάμαι. Η θάλασσα, μου προκαλούσε από μικρή τα πιο ακραία συναισθήματα, τρόμο κι έλξη, μέθη και δέος. Ένας κόσμος απέραντος, κρύος, σκοτεινός, μυστηριώδης˙ ένας κόσμος ξένος. Εγώ μεγάλωσα στη σκιά των υψηλών βουνών της Μακεδονίας, ο Κορύλοβος η σκεπή μου˙ κύματα στον ορίζοντα μου οι παγωμένες κορυφές.
   Ακόμα κι όταν έφυγα απ’ τα πάτρια εδάφη, όταν απέκτησα οικογένεια και πηγαίναμε όλοι μαζί στην παραλία, η καρδία μου σφιγγόταν όσο πλησιάζαμε το γαλάζιο. Τα παιδιά μου μαγεμένα, παραδίδονταν σαν υπνωτισμένα στο κάλεσμα της κι εγώ την μισούσα και ταυτόχρονα την εκλιπαρούσα. “Θάλασσα σε ικετεύω, μη μου πάρεις τα παιδιά μου”. Μόνο όταν αγριεύει, όταν ο εχθρός δείχνει το αληθινό του πρόσωπο, τότε νιώθω δικαιωμένη, επιτέλους ελεύθερη να φωνάξω και να κλάψω.
   Όμως αυτή τη στιγμή, παγιδευμένη πάνω στο ηλιόλουστο κατάστρωμα, μόνη ανάμεσα στους πολλούς, εγώ χάνομαι στο σκοτάδι. Τη βλέπω γύρω μου, τη νιώθω, πιο ήρεμη από ποτέ, πιο απειλητική από ποτέ. Με τον ουρανό για συνεργό, η Θάλασσα του Μαρμαρά έχει βάψει τον κόσμο όλο στο χρώμα το δικό της. Πανικός και απελπισία, Χάρυβδη και Σκύλλα, με περιμένουν με τα χέρια ανοιχτά. Το μόνο που με προφυλάσσει -για πόσο ακόμα;- από τη θανάσιμη τους αγκαλιά, είναι ο θυμός που νιώθω μέσα μου. Ένας θυμός απ’ αυτούς που δεν έχουν άλλο αποδέκτη, παρά μόνο τον εαυτό μας.
   “Μα τι σκεφτόμουν, πως μπόρεσα να προτιμήσω το πλοίο από την γέφυρα;” Βέβαια η Προποντίδα φαινόταν τόσο μικρή πάνω στον χάρτη˙ ένα μικρό άλμα από μια ήπειρο σε άλλη. Δεν πίστευα ποτέ πως θα έχανα τη στεριά απ’ τα μάτια μου. «Κοντά στην κόρη μου δυο ώρες νωρίτερα», η υπόσχεση αυτή αναμφίβολα πρόσθεσε το δικό της βάρος στην πλάστιγγα των αποφάσεων. Δυο ώρες ηχούν καμιά φορά, σα μια αιωνιότητα στην καρδιά μιας μητέρας αν και είναι ένας χρόνος ελάχιστος, πραγματικά αμελητέος, στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής. Αρκεί η ζωή αυτή να μη τελειώσει πρόωρα, μαρτυρικά… κι εγώ από το θάρρος πλέον προδομένη, νιώθω πως έχει έρθει η στιγμή μου. Θα πεθάνω εδώ και τώρα, πνιγμένη στον βυθό μιας ανυπέρβλητης φοβίας.
   Τότε νιώθω να μου σφίγγουν το χέρι -όσο σφιχτό μπορεί να είναι ένα χάδι-. Αισθάνομαι τον παλμό, αισθάνομαι τη θέρμη, μια δύναμη ψυχής που με τραβάει στην επιφάνεια. «Μην ανησυχείς κοπέλα μου, δεν υπάρχει θυμός σ’ αυτά τα νερά. Πίστεψε με». Η φωνή της γυναίκας είναι απ’ αυτές που ακουμπούν τα λόγια τους απαλά σε μια παλάμη αέρα, χωρίς βιασύνη αλλά και χωρίς δισταγμό. Λίγα λόγια, μια υπόσχεση και ένα αδιαπραγμάτευτο χαμόγελο στο βλέμμα. «Κοίταξε με στα μάτια και θα δεις την ακτογραμμή που αναζητάς», ακόμα λίγες λέξεις, ακόμα λίγος χρόνος που μου δίνεται με ευγένεια για να ξαναβρώ τον εαυτό μου. «Σας ευχαριστώ. Με λένε Σοφία. Και πάλι σας ευχαριστώ!» Το λιγότερο που οφείλω να πω, και το περισσότερο που καταφέρνω.  
   «Με λένε Ρένα. Και να είσαι σίγουρη πως δε θ’ αργήσουμε να πατήσουμε τα πόδια μας στην Βασίλισσα των ηπείρων. Μέχρι τότε τι θα έλεγες να πάμε να καθίσουμε σ’ εκείνα τα δυο ελεύθερα καθίσματα, πριν επιλέξουν να προσφέρουν την άνεση τους σε άλλους ταξιδιώτες;»
   Αν και μου φαίνεται αρχικά πως δε θα καταφέρω να διανύσω την ατελείωτη διαδρομή μέχρι τη σχετική ασφάλεια των καθισμάτων χωρίς να θέσω σε κίνδυνο την αξιοπρέπεια μου, εν τέλη η παρουσία της κυρίας δίπλα μου κάνει το ακατόρθωτο εφικτό.
   Καταλαβαίνοντας πως ο μόνος τρόπος για να αποβάλω λίγο απ’ το άγχος μου και να ξεχάσω όσο το δυνατό πως είμαι εν πλω στη μέση τους πελάγους, η σωτήρας μου με παρασέρνει σε μια γρήγορη συζήτηση όπου ερωτήσεις και απαντήσεις εκατέρωθεν ακολουθούν η μία την άλλη σε ζωηρό ρυθμό.
 



Σ.Δ: Πιστεύεις πως για να μείνει στην ιστορία μια γυναίκα πρέπει να έχει το τραγικό τέλος της Ιωάννας της Λορένης ή της Κλεοπάτρας;
Ρ.Ρ.Ζ.: Πιστεύω πως για να μείνει στην ιστορία μια γυναίκα πρέπει αγαπάει και να σέβεται τον εαυτό της. Να χαμογελάει στη ζωή, να χαράζει μονοπάτια αγάπης, να προσφέρει στους συνανθρώπους της, να σφίγγει στην αγκαλιά της τα παιδιά της, τον άντρα που στέκεται ισότιμα δίπλα της. Είναι η ηρωίδα, οι δικές μου ηρωίδες αυτές, τις υμνώ σε κάθε μου βιβλίο. για μένα αξίζουν περισσότερο από κάθε Ιωάννα της Λορένης, από κάθε Κλεοπάτρα. Η ιστορία τους, ο αγώνας τους, τα όσα προσφέρουν, κυλάει στο αίμα των παιδιών τους, συνεχίζεται μέσα από αυτά…

Σ.Δ.: Ποιοι μας καθορίζουν πραγματικά, οι εχθροί μας ή οι φίλοι μας;
R.R.Z.: Οι εχθροί μας. Γιατί καθορίζουν και τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε αποτελεσματικά τα αρνητικά συναισθήματα που γεννούν μέσα μας.

Σ.Δ.: Απ’ όλες τις λέξεις της ελληνικής γλώσσας, ποια σ’ έχει πονέσει πιο πολύ;
Ρ.Ρ.Ζ.: Η απώλεια. Έχασα τη μητέρα μου δύο χρονών…

Σ.Δ.: Πως μπορείς να ανταποδώσεις στη μοίρα για το ταλέντο που σου χάρισε;
Ρ.Ρ.Ζ.: Με ευγνωμοσύνη, άπειρη ευγνωμοσύνη, πιάνοντας από το χέρι τους αγαπημένους μου αναγνώστες, κάνοντάς τους κοινωνούς στο όνειρό μου, γράφοντας για την καθημερινότητά τους, τα προβλήματά τους, προσπαθώντας να χαρίσω λύσεις, να τους βοηθήσω να καταλάβουν καλύτερα τον εαυτό τους και να τον αγαπήσουν περισσότερο.

Σ.Δ.: Αν το σεξ ήταν απαγορευμένο, ο έρωτας θα ήταν πιο δυνατός;
Ρ.Ρ.Ζ.: Έρωτας χωρίς σεξ, δεν μπορεί να υπάρξει. Αγάπη χωρίς σεξ όμως, μπορεί. Γιατί η αγάπη ανέχεται τα πάντα. Δεν έχει κανένα κοινό με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη…

Σ.Δ.: Πόσο εύκολο είναι για την καρδιά σου να συγχωρέσει τα λάθη του μυαλού σου, και πόσο εύκολο για το μυαλό σου να συγχωρέσει τα λάθη της καρδιάς σου;
Ρ.Ρ.Ζ.: Και για τα λάθη της καρδιάς και για τα λάθη του μυαλού μου, προσπαθώ να με συγχωρήσω να με κατανοήσω, να με αγαπήσω ακόμα περισσότερο. Είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Το παλεύω…

Σ.Δ.: Αν ξαναζούσες τη ζωή σου από την αρχή, θα ήθελες να γνωρίζεις τη έγινε στην προηγούμενη, για να μπορέσεις να τα ξαναζήσεις ή για να μπορέσεις να τ’ αποφύγεις;
Ρ.Ρ.Ζ.: Τα λάθη μας είναι που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Αυτά διαμορφώνουν την προσωπικότητά μας. Αν ξέραμε από πριν τι έχει γίνει και τι πρόκειται να γίνει, δε θα αντέχαμε την ίδια τη ζωή μας. Πρέπει να πέσουμε στον γκρεμό για να τα καταφέρουμε να αλλάξουμε, να γίνουμε δυνατότεροι και σοφότεροι. Χωρίς «σκονάκι» με τις λύσεις, σωστές ή μη.

Σ.Δ.: Θα υπήρχε κάποιο επιχείρημα που θα σε έπειθε να γράψεις ανώνυμα ένα βιβλίο για κάποιον άλλο συγγραφέα;
Ρ.Ρ.Ζ.: Δε θα έγραφα ανώνυμα κάποιο βιβλίο για κάποιον άλλο συγγραφέα. Θα τον άφηνα να το γράψει εκείνος και αν ζητούσε τη βοήθειά μου, θα μπορούσα να διορθώσω χρησιμοποιώντας την εμπειρία μου, κάθε του πρόταση. Χωρίς να αλλάξω το νόημα της ύπαρξής του μέσα από τις λέξεις. Χωρίς να διορθώσω τα συναισθήματά του. Κάθε συγγραφέας είναι μοναδικός.

Σ.Δ.: Αν γυριζόταν μια ταινία για τη ζωή σου, θα ήθελες να παίξει τον ρόλο σου η κόρη σου;
Ρ.Ρ.Ζ.: Όχι, δε θα ήθελα να παίξει κάποιον ρόλο η κόρη μου, ούτε ο γιος μου. Γιατί ποτέ δεν προσπάθησα να φτιάξω τα παιδιά μου σαν κι εμένα. Τους έδωσα και τους δίνω την αγάπη μου, αλλά όχι τη σκέψη μου. Η ψυχή τους κατοικεί στο αύριο, στο μέλλον, που ούτε να το ονειρευτώ δεν μπορώ…

Σ.Δ.: Τι πιστεύεις γι’ αυτή τη δήλωση του Σασά Γκιτρύ: «Οι ενάρετες γυναίκες είναι απαρηγόρητες για τα αμαρτήματα που δεν τις βαραίνουν».
Ρ.Ρ.Ζ.: Πιστεύω πως έπρεπε να με διδάξουν από μικρούλα όλα όσα δήλωσε. Με την έννοια πως όπως οι περισσότερες γυναίκες έβαζα πάντα τους άλλους και τελευταίο τον εαυτό μου στα θέλω μου.

Σ.Δ.: Αν με κάποιο μαγικό τρόπο ήξερες εκ των προτέρων πως το βιβλίο που γράφεις θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, θα σε βοηθούσε να το ολοκληρώσεις γρηγορότερα ή θα σε δυσκόλευε να το τελειώσεις;
Ρ.Ρ.Ζ.: Η γραφή είναι η ανάσα μου. Δε βουτάω ποτέ στη θάλασσα των συναισθημάτων μου για να γίνει κάποιο μυθιστόρημά μου επιτυχία κι αν το ήξερα εκ των προτέρων θα με μπλοκάριζε, θα ξέφευγα από τον στόχο μου.

Σ.Δ.: Αν γινόσουν καλλιτεχνικός μετανάστης, στο επόμενο σου βιβλίο θα έγραφες για τον νέο κόσμο ή για τη χαμένη πατρίδα;
Ρ.Ρ.Ζ.: Θα έγραφα για τη χαμένη μου πατρίδα. Το παρελθόν είναι που καθορίζει το μέλλον μας.

Σ.Δ.: Πιστεύεις πως ο ρομαντισμός χάθηκε μαζί με τα υφασμάτινα μαντίλια;
Ρ.Ρ.Ζ.: Ο ρομαντισμός ζει και βασιλεύει σε κάθε μου βιβλίο, σε κάθε μου λέξη, γράφοντας ακόμα και για καθημερινούς ήρωες της διπλανής πόρτας. Δεν μπορώ να ζήσω ή να γράψω, χωρίς συναισθήματα, συγκινήσεις, πάθος. Ακόμα και τα χάρτινα μαντίλια στις ημέρες μας κρύβουν ρομαντισμό, ταξιδεύουν στο όνειρο.

Σ.Δ.: Ποια εικόνα είναι για σένα πιο τρομακτική, αυτή του πατέρα που κρατάει μια ζώνη στο χέρι ή αυτή της μητέρας που ανεβάζει τον ήχο για να μην ακούσουν οι διπλανοί;
Ρ.Ρ.Ζ.: Της μητέρας που ανεβάζει τον ήχο… Με ανατρίχιασε η ερώτησή σου. Είναι ποτέ δυνατόν μια μάνα να γίνει απλός μάρτυρας της βίας στο παιδί της από τον πατέρα τους, χωρίς να αντιδράσει αποτελεσματικά;

Σ.Δ.: Όταν κάποιος σου λέει πόσους φίλους έχει, από ποιον αριθμό και πάνω καταλαβαίνεις πως δεν έχει κανέναν;
Ρ.Ρ.Ζ.: Για να καμαρώνει κάποιος για τον αριθμό των φίλων, σημαίνει πως δεν έχει κανένα πραγματικό φίλο, πως ψάχνει απεγνωσμένα τη φιλία.

Σ.Δ.: Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σκότωσε την τέχνη της επιστολής. Πιστεύεις πως η ψηφιακή τεχνολογία είναι μια serial killer που έχει κι άλλα λογοτεχνικά είδη στη λίστα της;
Ρ.Ρ.Ζ.: Πάντα βρίσκουμε τρόπους να πούμε «σ’ αγαπώ» με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, πάντα καταφέρνουμε να ταξιδέψουμε στο όνειρο με κάθε καινούργια ψηφιακή τεχνολογία, αν το θέλουμε πραγματικά.

Σ.Δ.: Όταν αντιλαμβάνεσαι πως έκανες κάτι αξιοθαύμαστο, ποιους σκέφτεσαι πρώτα, τους φίλους σου ή τους εχθρούς σου;
Ρ.Ρ.Ζ.: Τους φίλους μου. Γιατί είναι κομμάτι του εαυτού μου, γιατί θα χαρούν για μένα.
 



Κι όπως φτάνουμε χωρίς να το αντιληφθώ στο λιμάνι της Μουδανιάς, αντιλαμβάνομαι ξαφνικά πως ενώ η Ρένα, μου έκανε την τιμή να μου πει τόσα πολλά για τον εαυτό της, παραδόξως δεν την ρώτησα ως τώρα για τον σκοπό του ταξιδιού της. Αυτό συμβαίνει όταν ο εσωτερικός κόσμος ενός ανθρώπου είναι τόσο πλούσιος που η αποκάλυψη του σε τυφλώνει στο επιφανειακό του προφανούς. Αν και είμαι πλέον σίγουρη πως θα ξαναϊδωθούμε στο προσεχές μέλλον, ευπρέπεια και ενδιαφέρον μου επιβάλουν την ερώτηση που έπρεπε να κάνω εξ αρχής. «Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει επαγγελματικό ταξίδι» μου απαντά. «Αν και στην περίπτωση μου, αγαπημένη μου Σοφία, επάγγελμα, αναψυχή και γνωριμία πάνε πάντα μαζί. Με κάλεσαν από το πανεπιστήμιο Ουλουντάγ της Προύσας για μια διάλεξη με θέμα την φιλία μεταξύ των λαών. Σκέφτηκα να πω στους Τούρκους φοιτητές που θα με παρακολουθήσουν πως δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί, πως αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα απ’ αυτά που μας χωρίζουν”. Μια μικρή παύση, με κοιτάζει με νόημα και προσθέτει «και πως όταν εμείς κοιτάζουμε προς την ανατολή κι αυτοί προς τη δύση, το ίδιο πράγμα βλέπουμε, την ίδια θάλασσα, σαν συγγενείς γύρω από το ίδιο τραπέζι».

Σοφία Δερέ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *