Πέμπτη, 9 Μαΐου 2019

“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”

“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”

Ο καλλιτέχνης εκφράζεται μέσα από τα έργα του. Πραγματικός καλλιτέχνης, είσαι όταν παίρνεις κάτι ολότελα δικό σου και το κάνεις να ανήκει σε όλον τον κόσμο. Το κάθε έργο, είναι μια συνέντευξη του καλλιτέχνη με τον εαυτό του. Κάθε συνέντευξη που παίρνει ένας τρίτος από έναν καλλιτέχνη, έχει πάντα κάτι το παραφραστικό και το επιτηδευμένο. Ο μόνος τρόπος να παρουσιάσεις κάτι αληθινό, είναι να δημιουργήσεις μαζί με τον καλλιτέχνη μια νέα αλήθεια, ένα νέο έργο. Ο διάλογος είναι μια εξαιρετική μορφή λογοτεχνίας για να φτάσεις στην αλήθεια, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Χρειάζομαι έναν αιρετικό καλλιτέχνη για να “βαδίσει” μαζί μου σ’ αυτό το εγχείρημα.
  
“Σοφίας ΔΙΑΛΟΓΟΙ”, με τον Μάριο Καρακατσάνη  
 Ποιος καταλληλότερος από τον Μάριο Καρακατσάνη, ο οποίος δεν φοβάται να στιγματιστεί με ετικέτες που του κολλούν, και ξεγυμνώνει την ψυχή του μ’ ένα θάρρος περίσσιο, σαν του πληγωμένου παιδιού που πασχίζει να ξορκίσει τους ζωντανούς εφιάλτες του.


 Ο ουρανός του Παρισιού την άνοιξη, είναι φορτωμένος με σύννεφα στο χρώμα που έχουν οι πέτρες των χωρών του Βορρά. Σύννεφα ετοιμοθάνατα, φουσκωμένα από υπερηφάνεια, έτοιμα ν’ αφήσουν την μελαγχολία τους να ξεπλύνει τα πεζοδρόμια της πρωτεύουσας από τις αμαρτίες της, πριν στολιστεί για τη νύχτα η πόλη του φωτός. Τον συννεφιασμένο ουρανό δεν τον λυπάμαι, είμαι από τους ανθρώπους που σηκώνουν τα μάτια προς τα πάνω όταν βρέχει. Εξ άλλου ένα ηλιόλουστο απόγευμα θα ήταν ανάρμοστο για την επίσκεψη μου στο περίφημο νεκροταφείο του Pere Lachaise. Μια επίσκεψη απρόβλεπτη, ακάλεστη, απ’ αυτές που δεν εκβιάζουν τις συγκινήσεις. Ο άνδρας μου πήγε να συναντήσει έναν παλιό του φίλο που κάποτε ήταν Κόμης, που κάποτε ήταν πλούσιος και που τώρα κάνει πρόβες σ’ ένα θέατρο της γειτονιάς. Αν και λατρεύω το θέατρο, σιχαίνομαι τις πρόβες. Κάποιοι λένε, πως η υπομονή κι εγώ δεν ήμασταν ποτέ καλές φίλες. Έτσι, προτίμησα να πάω να χαιρετήσω το μνήμα του Μολιέρου,  ενός καλλιτέχνη που μισούσε κι αυτός όπως εγώ τον χαμένο χρόνο˙ είχε την αξιοπρέπεια να πεθάνει πάνω στη σκηνή! Όμως όσο τσακωμένη είμαι με την υπομονή, άλλο τόσο είμαι και με τον προσανατολισμό. Δεν βρήκα ποτέ τον τάφο του Μολιέρου στον λαβύρινθο των θαμμένων μυστικών. Ούτε αυτόν του Σοπέν ή του Όσκαρ Ουάιλντ, για να είμαι ειλικρινής! Ευτυχώς για μένα, πλησιάζοντας η ώρα του κλεισίματος, ένας από τους απογευματινούς φύλακες του νεκροταφείου, σκέφτηκε να έρθει να μαζέψει τους τελευταίους επισκέπτες, που είχαν χάσει την αίσθηση του χρόνου μαζί με την αίσθηση του χώρου. Φτάνοντας στη πύλη -ανάμεσα στα “merci” και τα “pardon”, με τα οποία προσπαθούσα να δείξω την ατελείωτη ευγνωμοσύνη στον σωτήρα μου με το παραδοσιακό καπελάκι του φύλακα -νομίζω οι Γάλλοι το ονομάζουν kepi- διαπίστωσα, πως δεν ήμουν η μόνη που είχα κινδυνέψει να περάσω την νύχτα παρέα με τα φαντάσματα.

   Ο νεαρός άνδρας που ετοιμαζόταν να επιστρέψει κι αυτός στον κόσμο των ζωντανών, μου χαμογέλασε συνωμοτικά, όπως θα έκανε ένα παιδί του δημοτικού, βλέποντας έναν συμμαθητή του να οδηγείται όπως κι αυτός, στο γραφείο του διευθυντή. Το πρόσωπο του μου φάνηκε γνωστό, όχι οικείο αλλά γνωστό, σαν έναν άνθρωπο του οποίου δεν έχεις δει την τρίτη διάσταση, σαν μια φωτογραφία. Ένα πρόσωπο που υπήρχε κάπου αρχειοθετημένο, σε κάποιο συρτάρι της μνήμης μου -απ’ αυτά χωρίς ετικέτα περιεχομένου- που ξεφεύγουν από την ταξινόμηση του μυαλού. Μια εικόνα στην οποία δεν κατάφερα να καρφιτσώσω ένα “ποιος”, μα ούτε κι ένα “πότε” ή ένα “που”. Τότε, για να προστατευτεί από μια κακόβουλη ριπή του αέρα, ο άνδρας σκέπασε το κεφάλι του με την κουκούλα του κόκκινου φούτερ που φορούσε. Παραδόξως η σκιά που κάλυψε τα μάτια του, έριξε στα δικά μου το φως της αποκάλυψις, καθώς ζωγραφίστηκε μπροστά μου το ζωντανό εξώφυλλο ενός πολύ ιδιαίτερου βιβλίου, ενός πολύ ιδιαίτερου συγγραφέα. «Μάριος Καρακατσάνης», είπα δυνατά με μια φωνή που έγερνε πιο πολύ προς την κατεύθυνση του περήφανου συνειρμικού επιτεύγματος, παρά προς αυτήν της έκπληξης μπροστά στο άκρως αναπάντεχο. Κι αυτό γιατί η ζωή μου, μου δίδαξε να μην πιστεύω στις τυχαίες συναντήσεις. Η αλυσίδα των φαινομενικά τυχαίων γεγονότων που με είχαν οδηγήσει ως εδώ, μου ήταν γνωστή. Ανυπομονούσα όμως να μάθω, ποια ευφάνταστη αφορμή είχε επινοήσει η ευρηματικότητα της μοίρας, για να φέρει τον Μάριο σ’ αυτό το ραντεβού στα τυφλά.

Ήταν η πρώτη ερώτηση που του έκανα, αφού καθίσαμε στο παραδοσιακό τραπεζάκι του καφέ Marie Denise, εκείνος με μια κούπα ζεστής σοκολάτας στα χέρια, κι εγώ μπροστά από το καλύτερο cheesecake του Παρισιού.

«Πάντα αγαπούσα τον Τζιμ Μόρισον, είχε έρθει η ώρα να περάσω να του πω ένα γεια», μου απάντησε με τα χαρακτηριστικά του ελαφρώς αλλοιωμένα, από τον περιπαικτικό χορό του ατμού της σοκολάτας, μπροστά στο πρόσωπο του.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μου μπήκε η ιδέα να “ξεσκεπάσω” όλη την έπαρση ενός ωραιοπαθούς συγγραφέα, που γράφει για να προκαλέσει το κοινό του και για να τραβήξει τα βλέμματα.



Σ.Δ.: Πως θα απαντούσες στο ανάθεμα, στον αφορισμό; Με μια συγγνώμη ή μ’ ένα ευχαριστώ;

Μ.Κ.: Με ένα τεράστιο ευχαριστώ. Θα μου ήταν ευχάριστο να με αφορίσουν αυτοί που νομίζουν ότι εκπροσωπούν τον Χριστό, ενώ στην πραγματικότητα διώχνουν τον κόσμο από την εκκλησία με την κατάντια τους. Αν όμως απλά μου γυρίσει την πλάτη κάποιος γέροντας μοναχός με το χιλιομπαλωμένο του ράσο και το σχοινί για ζώνη, εκεί θα θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

Σ.Δ.: Μήπως η πιο πονηρή πράξη του Σατανά κατά της Εκκλησίας, ήταν που έκανε τη λέξη Χρυσός να μοιάζει τόσο με τη λέξη Χριστός;

Μ.Κ.: Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι προσάπτουν στον Χριστό ανθρώπινες αδυναμίες. Μία από αυτές είναι και η φιλαργυρία. Μας έμαθαν πως για να εισακουστεί η προσευχή μας πρέπει να προσφέρουμε αντάλλαγμα. Το λεγόμενο τάμα. Δεν ξέρω αν είναι διαβολικό δημιούργημα, αναμφίβολα όμως είναι ανθρώπινο. Όπως και η απληστία αλλά και η αγάπη για τα ακριβά υλικά αγαθά. Σας φέρνουν συνειρμούς κάτι από όλα αυτά ή και όλα;  Στο όνομα πάντα του Ιησού Χριστού μας. 



Σ.Δ.: “Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν”, όμως βαπτίζουμε τα μωρά πριν διαμορφωθεί η θέληση τους. Επιστράτευση των συνειδήσεων σ’ έναν ιερό πόλεμο ή αθέμιτος προσηλυτισμός;

Μ.Κ.: απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι”, δεν θεωρώ καθόλου αθέλητο προσηλυτισμό την βάφτιση. Εξάλλου μεγαλώνοντας μπορεί ο οποιοσδήποτε να επιλέξει ότι τον αντιπροσωπεύει καλύτερα. Πιστεύω ότι η αμαρτία δημιουργεί μέσα μας δικό της κόσμο, δημιουργεί μέσα μας δική της φιλοσοφία και μια δική της αντίληψη για τον κόσμο που ζούμε. Η θρησκευτική βάπτιση ακόμα και αν σε κάποια πορεία της ζωής μας την απαρνηθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι ήταν μονάχα ένα αρχικό εφόδιο για έναν ιερό πόλεμο όχι θρησκειών, αλλά συνειδήσεων.   

 Σ.Δ.: Αν έπρεπε να ξεναγήσεις τους εξωγήινους στην πρώτη τους επίσκεψη στη Γη, που θα τους πήγαινες αρχικά; Σ’ ένα μοναστήρι ή στο Μοναστηράκι;

Μ.Κ.: Σε ένα μοναστήρι. Για να δουν, ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έρμαια των παθών και της ανθρώπινης γενικότερα ψυχικής αδυναμίας. Όχι ότι και εκεί δεν υπάρχουν υποκριτές, απλά είναι σε μικρότερο βαθμό, και θα ήταν μια καλή αρχή για να δουν ότι ο άνθρωπος έχει εξελιχθεί πνευματικά. 

 Σ.Δ.: Τι σε σοκάρει περισσότερο: ένας γυμνός άνθρωπος ή ένα ντυμένο ζώο;

Μ.Κ.: Ένα ντυμένο ζώο. Και τολμώ να πω ότι υποσυνείδητα, κι ένας ντυμένος άνθρωπος. Η ανάγκη της ένδυσης προήλθε, αφότου μπήκε μέσα μας η πονηριά και η ντροπή. Συναισθήματα που εννοείτε ότι και εγώ κατέχω μέσα μου, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Όμως θα ήθελα να ζω σε έναν κόσμο, που η αθωότητα κυριαρχεί πάνω από όλα. Το έχω ανάγκη αυτό κι είμαι σίγουρος  και πολλοί συνάνθρωποι μας.

 Σ.Δ.: Αν η ιστορία της Ανθρωπότητας ξεκινούσε ξανά από την αρχή, θα προτιμούσες να ήσουν ο πρώτος άνθρωπος ή ο τελευταίος;

Μ.Κ.: Σίγουρα όχι ο πρώτος. Μα ούτε και ο τελευταίος. Θα ήμουν αυτός που μέσα από τα λάθη του, θα μπορούσε να βοηθήσει με την εμπειρία του,  τους πρώτους ώστε να παραμείνουν άσπιλοι.

 Σ.Δ.: Ο Φάουστ, προδότης ή πρωτοπόρος;

Μ.Κ.: Πρωτοπόρος. Κατάφερε μέσα από το αμφιλεγόμενο έργο του όσο και την πολυτάραχη ζωή του, να δημιουργήσει έναν θρύλο γύρω από το όνομα και τα έργα του, ώστε να μελετάται μέχρι και σήμερα. Σοφία έχεις σκεφτεί πως κάποιες φορές δίνεις την εντύπωση, απ’ τις ερωτήσεις που μου κάνεις, πως συγχέεις τον συγγραφέα με τον πρωταγωνιστή του έργου του; Απέναντι σου έχεις τον Μάριο, όχι τον Κάιν.

*Αυτή η παρατήρηση του Μάριου μου φέρνει στο νου την εσφαλμένη αντίληψη μιας μητέρας, σε μια γνωστή ταινία επιστημονικής φαντασίας που πιστεύει πως ο γιος της αγαπάει τα ζόμπι επειδή βλέπει ταινίες με ζωντανούς-νεκρούς. Το παιδί πολύ εύστοχα της απαντάει πως δεν αρέσουν σε κανέναν, πως είναι απεχθή πλάσματα που όλοι σιχαίνονται, και πως αυτό που όλοι αγαπάνε είναι να τα βλέπουν να καταστρέφονται. Έτσι κι ο Μάριος βγάζει τον Κάιν στο φως για να τον εκθέσει, να τον κάψει και να τον εξοστρακίσει και όχι επειδή τον θαυμάζει γι’ αυτό που είναι ή γι’ αυτό που κάνει. Αν ήθελε να κάνει μια απολογία του Κακού, θα έβγαζε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο για την κόλαση κι όχι ένα θρησκευτικό θρίλερ. Αισθάνθηκα άβολα μ’ αυτή τη διαπίστωση. Ίσως τελικά ο Μάριος, να μην έχει καμιά σχέση με την εικόνα που φύλαγα στο μυαλό μου. Σκίζω και πετώ αυτή την εικόνα κι αρχίζω να βάφω τον Μάριο με πιο ζεστά και ρομαντικά χρώματα.  



Σ.Δ.: Είναι ο Διάβολος παιδί του Θεού ή παιδί του Ανθρώπου;

Μ.Κ.: Παιδί του ανθρώπου. Μια τιμωρία που εφεύραν οι θρησκείες με σκοπό να περάσουν τα όχι και τα μη τους στους εκάστοτε πιστούς τους. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει και το κακό! Απλά ακόμα και αυτό είναι ανθρώπινη επιλογή. Δε μας βάζει κανένας διάβολος να πράξουμε άσχημα. Ο χαρακτήρας που έχουμε διαμορφώσει μας ωθεί να θρέψουμε την ψυχή μας με πράξεις που ελλοχεύουν εκτός από την καταστροφή, ακόμα και την αγάπη.

Σ.Δ.: Σε ελκύει πιο πολύ το κόκκινο που ρέει ή το μαύρο που απλώνεται;

Μ.Κ.: Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση που θα  με βρει. Για εμένα κάποιες στιγμές το κόκκινο είναι συνώνυμο του πάθους, της ατέρμονης ηδονής αλλά και το χρώμα ενός ανεκπλήρωτου και αμαρτωλού ή μη πάθους. Όμως συμβολίζει και το αίμα που ρέει από μια ακάλεστη καταστροφή, που δε διαφέρει και πολύ από το επερχόμενο σκοτάδι. Σε γενικές γραμμές όμως, μέσα μου κυριαρχεί το κόκκινο που ρέει με την μορφή του συναισθηματικού έρωτα. 

Σ.Δ.: Οι αναγνώστες του τρόμου, μαζοχιστές ή σαδιστές; Μπορεί ένας φυσιολογικός άνθρωπος να γράψει βιβλίο τρόμου ή πρέπει να είναι λίγο σάϊκο?

Μ.Κ.: Τίποτα από τα δύο. Είναι άνθρωποι που λατρεύουν την διαφορετικότητα και βαρέθηκαν την μονοτονία των εμπορικών βιβλίων. Γιατί ποιος είπε ότι δεν είμαστε φυσιολογικοί; Αν ένας συγγραφέας αποδεχτεί τους φόβους του και τους αγκαλιάσει, μπορεί να εκφράσει γραπτώς το αρχέγονο αυτό συναίσθημα.

Σ.Δ.: Εσύ αποδέχτηκες τους δικούς σου φόβους;

Μ.Κ.: Για αρχή τους αναγνώρισα. Κάποιους τους αποδέχτηκα και άλλους τους επεξεργάζομαι ακόμα. Όμως ξέρω ποιοι είναι και τι θέλουν από εμένα.



Σ.Δ.: Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου και τι θέλει αυτός ο φόβος από σένα;

Μ.Κ.: Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ν’ απογοητευτώ τόσο πολύ από τους ανθρώπους, που να παραιτηθώ απ’ τα όνειρα μου. Πρόσεξε όμως! Όταν μιλάω για όνειρα, δεν αναφέρομαι υποχρεωτικά σε καριέρα, συγγραφική κλπ, αλλά και στο να έχω αληθινούς φίλους δίπλα μου και το να κάνω οικογένεια. Νομίζω πως ο φόβος αυτός, θέλει να με πείσει ότι τίποτα δεν αξίζει να το εμπιστεύομαι, να το αγαπώ, να το νοιάζομαι κι ότι οι άνθρωποι σε αγαπούν μόνο όταν θέλουν να πάρουν κάτι από εσένα. Ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη επαφή, αλλά μονάχα σχέσεις που βασίζονται στην εικόνα που αυτούς εξυπηρετεί. Η ανασφάλεια που τους διακατέχει κι η ανάγκη να μειώνουν τους άλλους για να αναδειχτούν εκείνοι. Αν οι άνθρωποι ασχολούνταν με τον εαυτό τους κι όχι με τους άλλους, ο κόσμος μας θα ήταν πολύ καλύτερος. Θα στο πω ανάποδα. Δε με φοβίζει η μοναξιά, το τι γνώμη έχουν για εμένα άνθρωποι που δε θέλησαν ποτέ να με γνωρίσουν, αν θα γίνω η όχι ένας επιτυχημένος συγγραφέας, ή αν θα πεθάνω νέος ή σε βαθιά γεράματα. Αυτό που θέλω πραγματικά και φοβάμαι μην το χάσω είναι την αγάπη, τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που όχι μόνο πίστεψαν σε εμένα αλλά με αποδέχτηκαν γι’ αυτό που είμαι.

Σ.Δ.: Υπάρχει κάτι πιο δημιουργικό από τον πόνο;

Μ.Κ.: Ο έρωτας. Καμιά φορά αυτά τα δύο πάνε και μαζί. Οπότε εκεί μεγαλουργείς.

Σ.Δ.: Πιστεύεις πως ο έρωτας είναι μια ασθένεια από την οποία γιατρευόμαστε ή πεθαίνουμε;

Μ.Κ.: Αν βρούμε την κατάλληλη ψυχή να αγαπήσουμε και εφόσον είναι αμφίδρομη αγάπη, δεν είναι απλά γιατρειά, είναι η Πανάκεια που όλοι αναζητούν. Αν όμως προδοθείς, τότε θέλει πολύ δύναμη ψυχής για να μην θρηνήσεις την ψυχή σου. 

Σ.Δ.: Ο Γούντι Άλεν είπε: «Μην κατακρίνετε τον αυνανισμό. Πρόκειται για σεξ με κάποιον που αγαπάς». Συμφωνείς μ΄ αυτήν την άποψη?

Μ.Κ.: Θεωρώ ότι είναι σεξ με κάποιον που δεν μπορείς να έχεις! Οπότε απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αποδεχτούμε ότι και η σκέψη θεωρείται απιστία. Υπό αυτό το πρίσμα, ναι έχω απατήσει τη σύντροφο μου. Θα ήταν όμως ψεύτης, αν κάποιος έλεγε το αντίθετο!

Σ.Δ.:   Πιστεύεις ότι η υπερβολή είναι επίτευγμα ή ατόπημα;

Μ.Κ.: Αν πρέπει να διαλέξω μονάχα από αυτά τα δύο, θα πω ατόπημα. Όμως θεωρώ ότι δεν μπορούμε να είμαστε τόσο απόλυτοι σε κάποια θέματα. Πιο συγκεκριμένα πιστεύω ότι η υπερβολή κρύβει και κάποια απωθημένα πίσω της. Όταν στερείσαι κάποια πράγματα, μετά που σου δίνεται η ευκαιρία να τα κάνεις είτε θελημένα, είτε όμως και αθέλητα, το παρακάνεις γιατί πολύ απλά λαχταράς να γεμίσεις την ψυχή σου με ότι η ζωή σου στέρησε.  



Σ.Δ.: Τι είναι για σένα ο κατακλυσμός του Νώε; Κάθαρση ή γενοκτονία;

Μ.Κ.: Κάθαρση. Μόνο έτσι η ανθρωπότητα μπορεί να διορθωθεί. Με απόλυτο μηδενισμό και ξανά από την αρχή. Είμαστε από την φύση μας αυτοκαταστροφικοί και δύσκολα έως καθόλου, μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Ίσως γιατί μας βολεύει να ασχολούμαστε μονάχα με τα λάθη και τις αμαρτίες των άλλων.

Σ.Δ.: Ποιος άνθρωπος είναι ο πιο δυστυχισμένος, αυτός που δε θυμάται τα όνειρα του ή αυτός που θυμάται τους εφιάλτες του;

Μ.Κ.: Ασυζητητί αυτός που δε θυμάται τα όνειρα του. Οι εφιάλτες μας βοηθούν να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Ένας άνθρωπος όμως που λησμονεί τα όνειρα του, είναι μια νεκρή ύπαρξη. 

Σ.Δ.: Τι θα σε ευχαριστούσε περισσότερο, να σε δούνε στην ορατή πλευρά της Σελήνης ή να δεις εσύ τη σκοτεινή της πλευρά;

Μ.Κ.: Να δω εγώ την σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Οι πιο δυνατές αλήθειες κρύβονται πάντα στο σκοτάδι.

Σ.Δ.: Αν έμενες από βενζίνη στη μέση της ερήμου, θα κοίταζες προς τον ουρανό ή προς τον ορίζοντα;

Μ.Κ.: Προς τον ορίζοντα. Η βοήθεια έρχεται πάντα από τον συνάνθρωπο μας. Σπάνια μεν αλλά ναι, μπορεί να έρθει. Εξάλλου αυτό είναι και το νόημα της ύπαρξης μας ολάκερης. Αυτό θαρρώ ότι είναι και το μάθημα που θέλει να περάσει ο αληθινός Θεός όπως και αν λέγεται. Όχι να τα βρίσκουμε όλα έτοιμα και ουρανοκατέβατα. Αν ο άνθρωπος μάθαινε στην απελπισία του, μαζί με τον Θεό να μιλούσε και στον διπλανό του, θα καταφέρναμε δύο πράγματα.  Το ένα είναι να έχουμε την δύναμη και το σθένος να μιλάμε και να χτίζουμε σχέση εμπιστοσύνης με τον συνάνθρωπο μας και το δεύτερο να τον μάθουμε να ακούει και ως εκ τούτου να συμπονά. Κάτι που στερούνται πολλοί από τους γύρω μας.

Σ.Δ.: Διακρίνω μια μόνιμη κριτική διάθεση για τους “άλλους”, σε κάθε απάντηση που μου δίνεις.

Μ.Κ.: Γιατί Σοφία να μην έχω το δικαίωμα να κρίνω τους ανθρώπους, όχι μόνο σαν άτομα αλλά και σαν είδος; Όλοι το κάνουμε. Μην μου πεις πως εσύ δεν το κάνεις! Εξ άλλου είναι μια κριτική εκ των έσω. Εσύ δε θα ήθελες να είσαι υπερήφανη για όλα τα μέλη της οικογένειας σου;

*Ο Μάριος συνεχίζει να με εκπλήσσει με την ευαισθησία και την αμεσότητα του. Νιώθει εχθρούς γύρω του, και αυτό τον πονάει και τον πληγώνει. Δεν ζητάει εκδίκηση… να τον αγαπήσουν ειλικρινά ζητάει. Τελικά ανακαλύπτω πως ο Μάριος δε μισεί κανέναν, απλά τον αποκαρδιώνει η σύγκριση μεταξύ αυτού που θα μπορούσαμε να είμαστε και αυτού που καταντήσαμε. Είμαστε πλασμένοι για να χτίζουμε και το μόνο που κάνουμε είναι να καταστρέφουμε, το έργο το δικό μας όπως και της φύσης. Γνωρίζοντας πως ο Μάριος πέρασε δύσκολα, καταλαβαίνω καλύτερα γιατί είναι τόσο απαιτητικός, τόσο με τους άλλους όσο και με τον εαυτό του. Πόσο δε με αυτούς που έχουν την πνευματική εξουσία, άρα και τη μεγαλύτερη ευθύνη για τις
συνειδήσεις του σήμερα, αλλά κυρίως του αύριο. Δυστυχώς η φωνή του Μάριου, του επιστρέφεται απαράλλαχτη, σαν την ηχώ που αντανακλάται στα τείχη των προκαταλήψεων. Γι’ αυτό το λόγο τα έργα του μοιάζουν με κραυγές στο σκοτάδι.



Σ.Δ.: Προτιμάς να χρωστάς στον φίλο σου ή στον εχθρό σου;

Μ.Κ.: Στους εχθρούς μου δεν χρωστάω τίποτα και στους φίλους μου δίνω τα πάντα. Δεν είναι θέμα προτίμησης αλλά στάση ζωής.


Σ.Δ.: Αν μπορούσες να διαβάσεις το μυαλό των άλλων, θα προτιμούσες να μάθεις τι σκέφτεται αυτός που ισχυρίζεται πως σ’ αγαπάει ή αυτός που ισχυρίζεται πως σε μισεί;

Μ.Κ.: Τι σκέφτονται αυτοί που με μισούν, δεν με απασχολεί καθόλου....κάτι θα ξέρουν. Θα ήθελα να μπω όμως στο μυαλό όσων μ αγαπούν για να δω αν γνωρίζουν πόσο πολύ τους αγαπώ κι εγώ.

Σ.Δ.: Ένας πολύ δικός μου άνθρωπος λέει, πως από τις αισθήσεις του ανθρώπου, η λιγότερο χρήσιμη είναι η αίσθηση του δικαίου. Συμφωνείς μ’ αυτήν την άποψη;

Μ.Κ.: Διαφωνώ καθολικά. Ίσα, ίσα που η αίσθηση του δικαίου αν την εφαρμόζαμε όλοι, αυτός ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος. Αν φερόμασταν στους άλλους με υψηλό το αίσθημα της δικαιοσύνης, πολύ πιθανόν να μην υπήρχε η μνησικακία, η ζήλεια, ο πόλεμος και η εκδίκηση. Γιατί δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο ον στην γη, από τον άνθρωπο που νιώθει πως έχει αδικηθεί, και θα κάνει κυριολεκτικά τα πάντα για να το διορθώσει.  


Σ.Δ.: Όταν σου ζητάνε να πιστέψεις τυφλά, είσαι απ’ αυτούς που γυρίζουν το κεφάλι αλλού ή απ’ αυτούς που κρυφοκοιτάζουν;

Μ.Κ.:   Ανάλογα την περίσταση. Στην πλειοψηφία των καταστάσεων κρυφοκοιτάζω. Όμως έχουν υπάρξει και αρκετές φορές που πίστεψα τυφλά και το έχω μετανιώσει.

Σ.Δ.: Η επιγραφή στην ταφόπετρα σου θα ήθελες να γραφτεί στο πρώτο ή στο τρίτο πρόσωπο;

Μ.Κ.: Θέλω απλά να γράφει «Όλη μου η ζωή ήταν διαμάντια και σκουριά».



Πριν βγούμε από το καφέ κοίταξα για πρώτη φορά έξω από το τζάμι της βιτρίνας. Διαπίστωσα πως οι δυνατές λάμπες στο εσωτερικό του μαγαζιού, μου είχαν κρύψει επιμελώς τον ερχομό της νύχτας. Μια καλή υπενθύμιση, πως το φως όταν είναι ηγεμονικό, έχει πολλούς τρόπους να σου κρύψει την αλήθεια. Μπορεί να σε τυφλώσει, να διώξει το ουσιώδες κάτω από της σκιές, ή ακόμα και να μετατρέψει το γυαλί σ’ ένα καθρέφτη, αδιαπέραστο στο βλέμμα. Πάντα πρέπει να
φυλαγόμαστε από τη παραπλάνηση του προφανούς. Όπως μια ματιά πίσω από τον καθρέφτη, μου ξεσκέπασε τα παιχνίδια του φωτός, έτσι και ο διάλογος μου με τον Μάριο, με βοήθησε να δω την ευαισθησία και τη δοτικότητα , που κρύβει τόσο καλά πίσω από τη μάσκα του αιρετικού,
απελευθερώνοντας με ταυτόχρονα, από την παγίδα που μου είχε στήσει μια πλανεύτρα μοίρα. Ενώ αρχικά της είχα κλείσει το μάτι για την επιλογή ενός νεκροταφείου ως τόπο τυχαίας συνάντησης με τον συγγραφέα που έχει γράψει ¨το σπίτι του Κάιν¨, εν τέλη συνειδητοποίησα πως τελικά μου είχε ξεφύγει η μεγάλη εικόνα. Τη στιγμή που ο Μάριος μου συστηνόταν στο κατώφλι του Pere Lachaise, το ανθρώπινο μου βλέμμα έβλεπε μόνο τη θάλασσα των διάσημων σταυρών γύρω μου, ενώ στην πραγματικότητα το σύμπαν είχε συνωμοτήσει για να συναντηθούν οι δρόμοι μας στη καρδιά του Παρισιού, την πόλη του ρομαντισμού.
Σοφία Δερέ


Επιμέλεια και σύνταξη Σοφία Δερέ

Τρεις λέξεις θα αρκούσαν, για να μας συστήσουν την Σοφία.
Μακεδονίτισσα, Λέων, καλλιτέχνης. Οι άνθρωποι όμως, δεν είναι μόνο μια λάμψη σαν τον ήλιο, έχουν και μια διαδρομή. Μια πορεία αναζήτησης του δικού τους ουρανού, από τις ξεθωριασμένες σελίδες του χθες, ως τις λευκές σελίδες του αύριο. Ένα μοναδικό βιβλίο που σπανίως διαβάζεις από την αρχή, αλλά που πάντα αξίζει να το ξεφυλλίσεις ως τη σελίδα του σήμερα. Ας διαβάσουμε λοιπόν μαζί, λίγες σελίδες από το βιβλίο της Σοφίας.
Η Σοφία γεννήθηκε στους πρόποδες του Κορύλοβου, τη χρονιά που η μεγάλη σκιά σκέπασε την Ελλάδα. Το σπίτι της ,ένας ναός της τάξης και της ηθικής, όπου δέσποζε η ηγεμονική μορφή του πατέρα. Ένας πατέρας αλύγιστος, ασυμβίβαστος, μα ταυτόχρονα μια αστείρευτη πηγή προσφοράς και ανιδιοτέλειας. Το χέρι πάντα απλωμένο και ανοιχτό για προσφορά σε όλους, μα πάντα σηκωμένο και βαρύ συνόδευε την αυστηρότητα στον δρόμο για την τιμωρία. Στη σκιά του μια μητέρα ασπίδα, μια μητέρα χάδι, μια μητέρα θυσία. Το χέρι της πάντα σφιγμένο από εσωστρέφεια και συχνά πυκνά από φόβο.
Από τους γονείς της η Σοφία, κληρονόμησε υπερηφάνεια και δοτικότητα κι απ’ τα παιδικά της χρόνια -ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους των αυστηρών αρχών-, την ανάγκη για επανάσταση, για ανεξαρτησία, για ελευθερία.
Μεγάλωσε νωρίς, παντρεύτηκε νωρίς, έγινε η ίδια μάνα ενώ ήταν ακόμα παιδί.. Άφησε την κοιμισμένη αγκαλιά της επαρχιακής της πόλης, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη μόνη αρένα όπου όλα μπορούν να συμβούν. Εκεί που η καρδιά της χώρας χτυπά, στην Αθήνα των χιλιάδων προσώπων. Έφυγε μακριά και ποτέ δε ξαναγύρισε.
Αντιμετώπισε τον κόσμο όλο σε μια ηλικία, που τα άλλα κορίτσια ζεσταίνονται ακόμα κάτω απ’ τα γαλακτερά τους παπλώματα. Η Σοφία έκανε χίλιες δουλειές, γνώρισε χίλιους ανθρώπους, όμως τον ακρογωνιαίο λίθο της δικής της εστίας, του δικού της πεπρωμένου, της δικής της αποστολής, δεν τον άφησε να πέσει χάμω, κάτω από τα αυξανόμενα βάρη της ανθρώπινης καθημερινότητας. Ήθελε να μάθει για να ξέρει το γιατί, ήθελε να πάθει για να ξέρει το πώς, ήθελε να δοκιμάσει πολλά για να μη μετανιώσει. Δούλεψε για τους άλλους και δούλεψε για τον εαυτό της. Πούλησε, οργάνωσε, διεύθυνε και ίδρυσε. Ποτέ δεν ακολούθησε, ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν κουράστηκε.
Από την αίθουσα συσκέψεων μιας πολυεθνικής, στην αίθουσα με τους καθρέφτες του δικού της οίκου μόδας, η Σοφία πάνω απ’ όλα δημιούργησε.
Από μια ζωή τόσο γεμάτη, η Σοφία πήρε πολλά και έδωσε ακόμα περισσότερα, όπως το ποτάμι κατεβαίνει από το βουνό συλλέγοντας αργά και υπομονετικά το νερό για να γίνει μια μέρα θάλασσα.
Η θάλασσα Σοφία είναι πλέον έτοιμη να προσφέρει τον εσωτερικό της πλούτο σε όσους θα θελήσουν να διαβάσουν για έναν κόσμο ολόκληρο πίσω από τον αφρό των κυμάτων.
Ετοιμαστείτε -όσοι τολμηροί-, για ένα μεγάλο ταξίδι στις σελίδες της Σοφίας.
Στέφανος Παπαδόπουλος
Συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *