Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

"Στην πΈνα": "ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝ"... ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΥΓΕΝΙΑ ΒΟΥΤΣΙΝΑ-ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ



  
"Στην πΈνα"  ✒️✒️



"ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝ"
Γράφει η  Ευγενία Βουτσινά - Βασιλειάδου





Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν..

Ο παντρειά είναι κλειστό καρύδι, έλεγε η μάνα της Διονυσίας, που σαν το ανοίξεις άλλοτε είναι όμορφο και γερό και άλλοτε είναι σάπιο. Πόσο δίκιο είχε! Διότι ο γάμος της κόρης της με τον Αγησίλαο, ήταν αποτυχημένος. Νύφη ήταν όταν την χτύπησε για πρώτη φορά. Επειδή του πάτησε το πόδι στην εκκλησία, σαν είπε ο παπάς και < η γυνή να φοβείται τον άντρα.> Τότε τον δικαιολόγησε και έβγαλε τον εαυτό της φταίχτη. Το ξεπέρασε εύκολα, γιατί τον αγαπούσε. Στην συνέχεια την καλόπιασε ζητώντας της συγνώμη και πίστευε ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό που δεν θα επαναλαμβανόταν. Περνώντας ο καιρός η σχέση τους ήταν μια στο καρφί και μια στο πέταλο. Πότε μέσα στα μέλια και στο πάθος, και πότε με το παραμικρό της φώναζε και την κακοποιούσε λεκτικά, κάνοντας ομηρικούς καυγάδες. Μετά μετανοιωμένος της ζητούσε συγνώμη ακολουθώντας την τακτική πρώτα μαστίγιο και μετά καρότο. Περνώντας λίγος καιρός έμεινε έγκυος και ήταν πολύ χαρούμενη. Πίστευε ότι με τον ερχομό του παιδιού τους ότι θα άλλαζε και θα γινόταν ένας καλός σύζυγος. Δυστυχώς δεν γνώριζε ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν χαρακτήρα, όσο και αν το θέλει κάποιος. Η προσωπικότητα τους έχει διαμορφώσει μέσα στα χρόνια και αν έχει καλά στοιχεία γίνεται ένας καλός άνθρωπος ή το αντίθετο. Στην περίοδο της εγκυμοσύνης της, παρότι αγρίευε για μικρές αφορμές, ήταν προσεχτικός. Όταν γέννησε το παιδί τους, ασαράντιστη ήταν όταν τη χτύπησε και πάλι , διότι δεν είχε προλάβει να μαγειρέψει. Αυτή προσπαθούσε να προφυλαχτεί από τα χτυπήματα του και του φώναζε να την αφήσει. Όμως αυτός εξακολουθούσε να την χτυπά.
Ακούγοντας το καυγά, η γειτόνισσα της η Ευθαλία, χτύπησε την πόρτα τους δυνατά και αυτός σταμάτησε. Ανοίγοντας της είπε αγριεμένα τι ήθελε. Τότε του απάντησε με θάρρος να σταματήσει να χτυπά τη γυναίκα του, διαφορετικά θα φώναζε την αστυνομία. Στο άκουσμα της αστυνομίας, επειδή ήταν θρασύδειλος, άλλαξε στάση λέγοντας της ότι είχαν με τη γυναίκα του ένα μικρό καυγά. Τότε αυτή του επισήμανε να μην επαναληφθεί και έφυγε. Η Διονυσία άκουσε τη συνομιλία τους και περισσότερο από τα χτυπήματα στενοχωριόταν που είχε γίνει ρεζίλι στη γειτονιά. Με αυτό το συμβάν έκανε πολλές ημέρες να βγει έξω από το σπίτι της, γιατί αισθανόταν άβολα. Ευτυχώς από εκείνη την ημέρα η ζωή της ήταν σχεδόν ήρεμη και έλπιζε ότι όλα θα έφτιαχναν. Όμως έκανε λάθος! Δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισε πάλι να σηκώνει χέρι επάνω της, πότε γιατί δεν του είχε πλύνει το πουκάμισο, πότε γιατί του είχε αντιμιλήσει, και για διάφορες άλλες μικρές αφορμές. Με όσα της έκανε πίστευε ότι έφταιγε και για αυτό γινόταν ο άντρας της έξαλλος, και έκανε υπομονή. Ήταν μπερδεμένη, και στους δικούς της ντρεπόταν να μιλήσει. Τα προβλήματα της τα περνούσε όλα μόνη της, καθώς δεν ήθελε να διαλυθεί ο γάμο της, επειδή τον αγαπούσε ακόμα. Όμως μια ημέρα, που εκείνος κοιμόταν και έκλαιγε το μωρό τους, σηκώθηκε θυμωμένος και ήθελε να το χτυπήσει. Τότε αυτή στάθηκε μπροστά του, να μην το πειράξει, και εκείνος αγρίεψε πολύ. Άρχισε να την χτυπά παντού με βιαιότητα. Αυτή προσπαθούσε να προστατευθεί και τον ικέτευε να σταματήσει. Όταν γρήγορα κατάλαβε ότι μπορεί και να την σκότωνε, άρχισε να ζητά βοήθεια. Δυστυχώς δεν υπήρχε κανείς να την βοηθήσει και αυτός συνέχιζε να την κακοποιεί με μεγαλύτερη αγριότητα. Μέχρι που κάποια στιγμή έχασε τις αισθήσεις και την άφησε αιμόφυρτη. Στην συνέχεια άνοιξε την πόρτα σαν κύριος και έφυγε.
Η κοπέλα έμεινε για ώρα λιπόθυμη στο πάτωμα και κάποια στιγμή που συνήρθε είδε πως ήταν μέσα στα αίματα. Την πονούσε φρικτά όλο το σώμα της, μα περισσότερο τα πλευρά της. Βάζοντας όλη της τη δύναμη, σηκώθηκε. Είδε ότι αυτός έλειπε, μάζεψε λίγα ρούχα, πήρε το παιδί της και έφυγε. Σαν πήγε στην μητέρα της, της φανέρωσε τα όσα περνούσε και αυτή έμεινε με ανοιχτό το στόμα, διότι. Στη συνέχεια πήγαν στην αστυνομία τον κατήγγειλαν και τη μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν ότι από τον ξυλοδαρμό, είχε μώλωπες στο πρόσωπο και στο σώμα και δυο σπασμένα πλευρά. Χωρίς να χάσουν καιρό οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον άντρα της και φυλακίστηκε. Μετά από λίγο καιρό έγινε το δικαστήριο και καταδικάστηκε για τα όσα της είχε κάνει. Όσο για την Διονυσία, όταν έγινε καλά, έμεινε στο πατρικό της να μεγαλώνει το παιδί της με τη βοήθεια της μητέρα της, παίρνοντας διαζύγιο. Με τον καιρό στάθηκε στα πόδια της βρήκε δουλειά και συνέχισε τη ζωή της. Προσπαθώντας να επουλώσει τα ψυχικά της τραύματα, που ήταν βαθιά, και αναλύοντας τα όσα πέρασε, κατάλαβε ότι έκανε μεγάλο λάθος. Έπρεπε να είχε φύγει από την πρώτη φορά που την χτύπησε ο άντρας της. Διότι ένας άνθρωπος που σηκώνει χέρι θα το επαναλάβει. Αυτό τώρα το γνώριζε καλά!


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ"
Η Μυρτώ μεγάλωνε σε μια πολυμελή οικογένεια και είχε τρία αδέρφια που τα πολυαγαπούσε και τα φρόντιζε μαζί με τη νόνα της. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, το μεροκάματο μικρό και οι γονείς της ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ. Εκείνη λαχταρούσε να μένει η μητέρα της, να μη δουλεύει, όμως αυτό δεν γινόταν. Όταν καμιά φορά τύχαινε να μην πάει στη δουλειά τρελαινόταν από τη χαρά της , είχε γιορτή και ήταν ευτυχισμένη. Της έκανε χίλια χάδια, και χαρές, θέλοντας να της δείξει πόσο χαιρόταν που ήταν μαζί. Αυτό βέβαια γινόταν αραιά και που, και η Μυρτώ ένοιωθε πολύ μόνη. Έβλεπε τα γειτονόπουλα της να έχουν τη μάνα του, και ζήλευε, αυτή που ήταν τόσο άκακη. Χωρίς τη μάνα, το σπίτι τους ήταν κρύο και δεν της έκανε καρδιά να μείνει μέσα. Όλο στα ξένα σπίτια πήγαινε και στεκόταν παράμερα να νοιώσει τη μυρωδιά της ξένης μάνας. Όσο για τα αδέρφια την ακολουθούσαν όπως τα κλωσσόπουλα την κλώσα. Ώσπου μια ημέρα αποφάσισε να γίνει μάνα για αυτά και να τα φροντίζει όσο μπορούσε. ‘Ετσι, επωμίστηκε στους μικρούς της ώμους την ευθύνη και προσπαθούσε να γίνει μάνα στη θέση της μάνας της. Μα ήταν βαρύ ετούτο το φορτίο που είχε φορτωθεί. Πήρε ένα ρόλο που δεν ήταν δικός της. Αντί να παίζει με τις κούκλες της, αυτή ντάντευε τα αδέρφια της. Άκαιρος και χαμένος αγώνας. Τι να προφτάσουν δυο μικρά χεράκια! Όλα έμοιαζαν σαν μια προσευχή που έμενε καθημερινά ατελείωτη.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *