Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ

Ο Δράκουλας (Dracula) υπήρξε μυθιστορηματικός ήρωας, αλλά και ιστορικό πρόσωπο.
Ο μυθιστορηματικός Δράκουλας «γεννήθηκε» από τη γραφίδα του άγγλου συγγραφέα Μπραμ Στόκερ και το ομώνυμο βιβλίο κυκλοφόρησε στις 18 Μαΐου του 1897. Πρόκειται για έναν Ρουμάνο ευγενή, με γοητευτική προσωπικότητα, καλούς τρόπους, αλλά με δίψα για αίμα. 
Ο «Δράκουλας» είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα, ενταγμένο στη μεγάλη παράδοση της γοτθικής λογοτεχνίας.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Στόκερ διηύθυνε το ονομαστό Θέατρο Lyceum του Λονδίνου και για να συμπληρώσει το εισόδημά του έγραφε λαϊκά μυθιστορήματα, χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές απαιτήσεις. Ένα από αυτά, ο «Δράκουλας» του χάρισε δόξα και φήμη, αν και δεν ήταν ο πρώτος διδάξας του είδους. Ιστορίες με βρικόλακες γράφονταν και πριν από τον Στόκερ. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον «Φρανκεστάιν» της Μέρι Σέλεϊ (1818), το «Βαμπίρ» του Τζον Πολιντόρι (1819) και το ποίημα «Ο γκιαούρης» του Λόρδου Βύρωνα (1813).
Όμως, ο «Δράκουλας» κέρδισε το στοίχημα από πολύ νωρίς, χάρη στην προτίμηση της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Πάνω από 160 ταινίες έχουν γυριστεί με ήρωα τον ευγενή βρικόλακα, καθιστώντας τον ως έναν από τους δημοφιλέστερους κακούς στη λαϊκή μυθολογία του 20ού αιώνα. Η πρώτη έκανε πρεμιέρα στις 5 Μαρτίου του 1922 με τίτλο «Νοσφεράτου - Η συμφωνία του τρόμου», σε σκηνοθεσία Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου, ενώ χαρακτηριστικός είναι επίσης ο «Δράκουλας» (1931) του Τοντ Μπράουνινγκ με τον Μπέλα Λουγκόζι στον πρωταγωνιστικό ρόλο (1931) και ο κατά Φράνσις Φορντ Κόπολα «Δράκουλας» (1992).
Βλαντ Ντράκουλα ή Τσέπες
Ως ιστορικό πρόσωπο ο Δράκουλας υπήρξε με το όνομα Βλαντ Ντράκουλα ή Τσέπες ή Βλαντ ο Παλουκωτής και καταγόταν από ευγενή γενιά. Το όνομά του στα πρώιμα ρουμανικά σημαίνει ο γιος του διαβόλου («Ντρακουλέα»). Ωστόσο, δεν είναι εξακριβωμένο αν ο Βλαντ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ήρωα του Μπραμ Στόκερ.


Ο Βλαντ (1431-1476) ηγεμόνευσε ως βοεβόδας για οκτώ χρόνια την περιοχή της Βλαχίας, όπου βρίσκονται τα Καρπάθια Όρη. Έμεινε στην ιστορία για τη θηριωδία του, καθώς σκότωσε κοντά στους 40.000 ανθρώπους, αντιπάλους της εξουσίας του, «εγκληματίες και άλλα παράσιτα της κοινωνίας» όπως τους χαρακτήριζε, χρησιμοποιώντας τη δημοφιλή σ' αυτόν μέθοδο του ανασκολοπισμού. Οι αριθμοί μπορεί να είναι υπερβολικοί, επειδή οι πληροφορίες προέρχονται από τους γερμανούς αντιπάλους του, που κατοικούσαν στη γειτονική Ουγγαρία.
Ο Βλαντ, πάντως, τιμάται ως ήρωας από τους Ρουμάνους. Με την απάνθρωπη τακτική του ανασκολοπισμού που εφάρμοζε, έστειλε στον άλλο κόσμο κάπου 100.000 Τούρκους, εκ διώκοντας τους Οθωμανούς από τη χώρα του.
 Βλαντ «Τέπες», ο Παλουκωτής. 
Όλοι γνωρίζουν τον Δράκουλα, τον λογοτεχνικό βρικόλακα, που έπινε το αίμα των ζωντανών. 
Υπάρχει όμως, ένας άντρας πίσω απ’ τον μύθο του συγγραφέα Μπραμ Στόουκερ. Ήταν ο Βλαντ «Τέπες», ο Παλουκωτής. 
Πέρασε την παιδική του ηλικία ως όμηρος των Οθωμανών και έμεινε στην ιστορία για τις θηριωδίες που διέπραξε εναντίον τους. Πέθανε, προδομένος απ’ τον Γενίτσαρο αδερφό του.
Γεννήθηκε το 1431 στην Τρανσυλβανία. Ο πατέρας του, ο Βλαντ Β’, ήταν ηγεμόνας της Βλαχίας. Πατέρας και γιος ανήκαν στο τάγμα των Ντρακούλ, τάγμα αφιερωμένο στην καταπολέμηση της ισλαμικής απειλής, που αντιπροσώπευε εκείνη την περίοδο η Οθωμανική αυτοκρατορία.
 Όμηρος των Οθωμανών
Το κάστρο «Μπραν» στην Τρανσυλβανία,
γνωστό ως το «Κάστρο του Δράκουλα» 
Παρά την αντι-ισλαμική στάση του, ο Βλαντ Β’ συμμάχησε με τους Οθωμανούς, για να γίνει ηγεμόνας της Βλαχίας. Τα κατάφερε, μετά από μια σειρά διαμαχών. Οι Οθωμανοί, όμως, ζήτησαν να τους δώσει τους δυο γιους του ως ομήρους, για να αποτρέψουν τυχόν «ατασθαλίες» του φιλόδοξου ηγεμόνα. Έτσι κι έγινε. 
Ο Βλαντ μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, Ραντού, «φυλακίστηκαν» στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
Αν και ζούσαν με τιμές, που άρμοζαν σε ευγενείς, τα δύο αγόρια ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση. Ο Ραντού προσαρμόστηκε πολύ εύκολα στον οθωμανικό τρόπο ζωής, αλλά δεν ίσχυε το ίδιο και για τον Βλαντ. Δεν ξέχασε ποτέ ότι ήταν φυλακισμένος από εχθρούς και αντιδρούσε στις εντολές των ανώτερων με κάθε ευκαιρία. Τιμωρούνταν συχνά και με εξαιρετική αγριότητα, καθώς οι Οθωμανοί δε δίσταζαν καθόλου να χρησιμοποιήσουν το μαστίγιο, ακόμη και στον γιο του ξένου ηγεμόνα. 
Ενηλικίωση και αγώνες για την εξουσία 
Ο Βλαντ Β’ και ο πρωτότοκος γιος του, σκοτώθηκαν σε μια μάχη εναντίον της επανάστασης των Ούγγρων ευγενών το 1447. Όταν ο Βλαντ αφέθηκε ελεύθερος απ’ τους Οθωμανούς εκείνη την περίοδο και γύρισε πίσω στη Βλαχία, είχε να αντιμετωπίσει πολλά ανοιχτά μέτωπα. Αν ήθελε να πάρει τη θέση του πατέρα του, ως ηγεμόνας της Βλαχίας, έπρεπε να δώσει πολλούς αγώνες.
Χρειάστηκε μία δεκαετία, για να κατατροπώσει τους εχθρούς του, αλλά το 1456 κατάφερε να κερδίσει τον θρόνο του πατέρα του και να ονομαστεί Βλαντ Γ’, ηγεμόνας της Βλαχίας. 
Βλαντ ο Παλουκωτής 
Μωάμεθ Β ο Πορθητής
Το 1460, ο Βλαντ σταμάτησε κάθε επικοινωνία με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Έδωσε μία πολύ ξεκάθαρη απάντηση στους Οθωμανούς απεσταλμένους, που είχαν έρθει για να ζητήσουν φόρο υποτέλειας: Κάρφωσε τα τουρμπάνια στα κεφάλια τους. Αμέσως μετά, διέσχισε με τις δυνάμεις του τον Δούναβη, περνώντας σε περιοχές που κατείχε η οθωμανική αυτοκρατορία. 
Σουλτάνος της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν τότε ο Μωάμεθ Β’, ο Πορθητής της Κωνσταντινούπολης. Για να αντιμετωπίσει τον Βλαντ, έστειλε τον Μπέη της Νικόπολης, Χαμζά Πασά, μαζί με 1000 ιππείς. Ο Βλαντ τους έστησε ενέδρα και τους κατατρόπωσε. Μετά τη μάχη, ο Βλαντ παλούκωσε και τους 1001 Οθωμανούς. Ήταν μόνο η αρχή. 
Τον χειμώνα του 1462 έσπειρε τον θάνατο σε όλη την περιοχή, μεταξύ της Σερβίας και της Μαύρης Θάλασσας. Σε γράμμα του, στον Βασιλιά της Ουγγαρίας, ο Βλαντ έγραφε: 
«Σκοτώσαμε 23.884 Τούρκους, πέρα από αυτούς που κάψαμε μες στα σπίτια τους, ή τους Τούρκους που σκότωσαν οι στρατιώτες… Τώρα ξέρετε, Μεγαλειότατε, ότι δεν υπάρχει πια ειρήνη μεταξύ εμένα και του Σουλτάνου». 

Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ πέρασε γρήγορα στην αντεπίθεση.
Με στρατό που έφτανε τις 100.000, πέρασε τον Δούναβη και μπήκε στη Βλαχία. Οι δυνάμεις του Βλαντ δε μπορούσαν να συγκριθούν αριθμητικά με αυτές του Σουλτάνου, γι’ αυτό και ο Βλαντ άρχισε έναν αντάρτικο πόλεμο, που προκάλεσε τεράστιες απώλειες στους αντιπάλους.
Σε μία βραδινή επιδρομή, οι άντρες του Βλαντ λέγεται ότι σκότωσαν 15.000 Τούρκους. Με ρυθμό βασανιστικά αργό και φοβερές απώλειες, οι Οθωμανοί κατάφεραν να φτάσουν στο Ταργκοβίστε, την πρωτεύουσα της Βλαχίας. Εκεί, όμως, τους περίμενε ένα σοκαριστικό θέαμα. 
Ένα λιβάδι είχε «στολιστεί» απ’ άκρη σ’ άκρη με τα παλουκωμένα κορμιά Οθωμανών στρατιωτών. Η εικόνα έτρεψε τον επιτιθέμενο στρατό σε φυγή. 
Ο Μωάμεθ Β’ αποχώρησε από τη Βλαχία και όλα έδειχναν ότι ο Βλαντ είχε καταφέρει να νικήσει τον παντοδύναμο οθωμανικό στρατό. 
Η πτώση του «Δράκουλα»

Αυτός που οδήγησε τον Βλαντ στην καταστροφή, ήταν ο ίδιος του ο αδερφός, ο Ραντού, που είχε γίνει Γενίτσαρος των Οθωμανών.
Όταν έφυγε ο Σουλτάνος, άφησε τον Ραντού να διοικήσει τον στρατό και τα δύο αδέρφια πολέμησαν μεταξύ τους. 
Ο Βλαντ σημείωσε κι άλλες νίκες, αλλά προδόθηκε απ’ τον ίδιο του τον στρατό. Τα στρατεύματα της Βλαχίας είχαν κουραστεί και προσχώρησαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, υπό τη διοίκηση του Ραντού. 
Ο Βλαντ τότε στράφηκε για βοήθεια στον σύμμαχό του, τον Βασιλιά της Ουγγαρίας, Κορβίνους. Αντί να τον βοηθήσει όμως, τον πρόδωσε και αυτός.
Τον συνέλαβε και τον φυλάκισε στα μπουντρούμια ενός απομονωμένου φυλακίου. Η κράτησή του διήρκησε πάνω από δέκα χρόνια. Όταν αφέθηκε ελεύθερος, κατάφερε να αρπάξει για ακόμη μία φορά τον θρόνο της Βλαχίας, τον Νοέμβριο του 1476.
Δύο μήνες αργότερα, δολοφονήθηκε και το κεφάλι του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως τρόπαιο.
Η σχέση του Βλαντ με τον λαό
Η σχέση του Βλαντ με τον λαό του ήταν μια τυπική σχέση ηγεμόνα- υπηκόων κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα: το παραμικρό παράπτωμα επέσυρε σκληρότατες ποινές.
Ενδεικτική για τη σχέση αυτή είναι η διαμάχη του με τους κατοίκους της πρωτεύουσας Τιργκόβιστε. Πηγές της εποχής θεωρούν τους κατοίκους της πόλης υπεύθυνους για τον θάνατο του πρίγκιπα Μίρτσεα, αδελφού του Βλαντ. 
Για να εκδικηθεί, ο τελευταίος εξαπέλυσε τους σωματοφύλακές του στην πόλη, την ημέρα του Πάσχα, οι οποίοι συνέλαβαν όλους τους κατοίκους. 
Οι ηλικιωμένοι και οι μεσήλικες ανασκολοπίστηκαν, ενώ οι νέοι οδηγήθηκαν στο Ποενάρι, όπου εργάστηκαν για την ανέγερση του φρουρίου της περιοχής, «ώσπου έλιωσαν τα ρούχα πάνω τους και έμειναν γυμνοί».
 Η απίστευτη αυτή ιστορία (τουλάχιστον όσον αφορά τον αριθμό των ανασκολοπισμένων και των αιχμαλώτων, καθώς ήταν μάλλον αδύνατο να συλληφθούν όλοι οι κάτοικοι), χάρισε στον Βλαντ το προσωνύμιο Τσέπες (ανασκολοπιστής). 

Η εξαφάνιση της φτώχειας… κυριολεκτικά 
Πηγές, οι οποίες επίσης δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν απόλυτα, αναφέρουν ότι ο Βλαντ συνέλαβε το αποκρουστικό σχέδιο, να αφανίσει από την κοινωνία της Βλαχίας όλους τους άπορους πολίτες. Έδωσε λοιπόν εντολή να συγκεντρώσουν όλους τους φτωχούς, τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους. 
Πράγματι, συγκεντρώθηκε με ευκολία ένα πολύ μεγάλο πλήθος αναξιοπαθούντων ανθρώπων, με την ελπίδα της ευεργεσίας από τον ηγεμόνα τους. Εκείνος, αφού τους παρέθεσε ένα πλουσιοπάροχο γεύμα, τους ρώτησε αν επιθυμούσαν να μην έχουν έγνοιες σε αυτόν τον κόσμο και να μην είναι βάρος σε κανέναν. Μόλις αυτοί του απάντησαν καταφατικά, έδωσε εντολή να τους κάψουν ζωντανούς! 
Ενώ ακούγονταν τα ουρλιαχτά των δυστυχισμένων εκείνων απόκληρων της ζωής, ο Βλαντ έλεγε στους αυλικούς του: 
«Επιθυμείτε να μάθετε γιατί το έκανα αυτό; Πρώτα απ’ όλα, για να μην είναι βάρος στην κοινωνία και κανείς να μην είναι φτωχός στη χώρα μου, αλλά όλοι πλούσιοι. Κατά δεύτερον, τους απάλλαξα από τη φτώχεια και τη δυστυχία σε τούτο τον κόσμο». 
Η αντιμετώπιση της ληστείας 
Στην προσπάθεια, επίσης, του Βλάχου ηγεμόνα για απρόσκοπτη ανάπτυξη του εμπορίου, εντάσσονται και τα σκληρότατα μέτρα κατά της ληστείας. 
Αυτοί που συλλαμβάνονταν να ληστεύουν καραβάνια με εμπορεύματα, θα τιμωρούνταν με τον πιο ανώδυνο και γρήγορο θάνατο που μπορούσαν να περιμένουν, δηλαδή τον ανασκολοπισμό! 
Ο Βλαντ μισούσε τόσο πολύ τους ληστές, ώστε «όποιος έκανε κάποια ατιμία, μια ληστεία, έκλεβε ή ψευδομαρτυρούσε, δεν είχε γλιτωμό». Ως αποτέλεσμα της τακτικής του αυτής, η Βλαχία θεωρήθηκε ως ο πλέον ασφαλής τόπος για το εμπόριο.
 Οι ποινές που επιβάλλονταν στους κλέφτες, ανεξάρτητα από το μέγεθος της κλοπής, ήταν εξίσου εξοντωτικές με εκείνες των ληστών. 
Λαϊκές παραδόσεις αναφέρουν τον πολύ συνηθισμένο ανασκολοπισμό, τον απαγχονισμό, το βράσιμο ή το ψήσιμο του δράστη! Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιος μπορούσε να γλιτώσει τη ζωή του με ακρωτηριασμό των χεριών.
 Λίγο αργότερα όμως, θα συλλαμβανόταν με την κατηγορία της επαιτείας (αφού λόγω της κατάστασής του δεν θα μπορούσε να εξασκήσει κάποιο επάγγελμα) και θα εκτελούταν. Το βράσιμο σε τεράστια καζάνια, ήταν η κλασική τιμωρία και για όσους απέκρυπταν κάποια κλοπή, ή τα προϊόντα αυτής.
 Το δισκοπότηρο του Δράκουλα

Κάποτε, ο Βλάχος ηγεμόνας απείλησε τους κατοίκους μιας πόλης, ότι θα τους έβραζε ομαδικά, αν δεν του παρέδιδαν ένα συμπολίτη τους, που είχε διαπράξει μια κλοπή.
 Σύμφωνα με την παράδοση, υπό τον φόβο των φρικτών αυτών τιμωριών οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο «ενάρετοι», ώστε κανείς δεν τολμούσε να κλέψει ένα χρυσό κύπελλο, που είχε αφήσει επιδεικτικά ο Βλαντ δίπλα σε ένα πηγάδι, σε κάποιο ερημικό μέρος. Όποιος διαβάτης διψούσε, έπινε νερό με αυτό το κύπελλο και μετά το άφηνε στη θέση του.
 Ας ελπίσουμε ότι οι σύγχρονοι κυβερνώντες δεν θα εμπνευστούν από την αποτελεσματικότητα του Δράκουλα στην καταπολέμηση της αστυφιλίας, της φτώχειας και της εγκληματικότητας! 
Επιμέλεια άρθρου Καλλιόπη Γιακουμή
Πηγή Μηχανή του χρόνου, Βικιπαίδεια, Σαν σήμερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *