Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

"Ο Δόγης" του Κώστα Παύλου από τις εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ

"Ο Δόγης"
Κώστας Παύλου
Εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ
Αστυνομική Λογοτεχνία
ISBN: 978-618-5395-11-7
Σελίδες: 466
Τιμή: 15,00€

Το πάρτυ

Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς ένα ξέφρενο πάρτι, στα όρια του ακραίου, έχει ξεκινήσει σε πολυτελή κατοικία των Ιωαννίνων. Κορμιά λικνίζονται στον δαιμονισμένο ρυθμό που έχει επιβάλει ο dj. Το σπίτι είναι ένα πολυτελέστατο ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Ο ιδιοκτήτης και διοργανωτής του πάρτι είναι ο σαρανταπεντάχρονος Γιάννης Βενετσιάνος, πρώην επιχειρηματίας, μεγαλοεργολάβος και νυν ένα τίποτα, αφού έχει βαρέσει κανόνι, έχει χρεοκοπήσει.
Με το πάρτι αποχαιρετά  μια χρυσή περίοδο που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά επιχειρεί και να ξορκίσει την κακοδαιμονία που τον κυνηγά ανελέητα τον τελευταίο χρόνο.
Η κατασκευαστική του εταιρεία φαλίρισε, οι υπέρογκες δανειακές του υποχρεώσεις μοιραία θα οδηγήσουν τις τράπεζες να βγάλουν σε πλειστηριασμό την ακίνητή του περιουσία ή μάλλον, καλύτερα, ό,τι απέμεινε από αυτήν, γιατί το μεγαλύτερό της μέρος, το έχει ξεκοκαλίσει.
Έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως πλούσιος και, πολύ απλά, του είναι αδύνατο να αλλάξει συνήθειες. Με κάθε τρόπο, νόμιμο ή παράνομο, προσπάθησε να διατηρήσει το πολυδάπανο βιοτικό του επίπεδο. Ως τώρα το πετύχαινε, όμως πλέον έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, στέρεψαν οι άσοι στο μανίκι του. Το τέλος του είναι τόσο κοντά όσο ποτέ άλλοτε.
Σ’ αυτό το πάρτι είναι καλεσμένοι και φίλοι και εχθροί. Άλλωστε, για τους πλούσιους είναι λεπτή η γραμμή που χωρίζει αυτές τις δύο κατηγορίες, δυσδιάκριτη. Όλοι τους είναι μάλλον άνθρωποι με τους οποίους νταραβεριζόταν, και ανάλογα με τα συμφέροντα του κάθε φορά, άλλαζαν και κατηγορία.
Έκανε συχνά τέτοια πάρτι ο Βενετσιάνος, δεν έχανε ευκαιρία για διασκέδαση. Αυτή τη φορά όμως κάτι περίεργο αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, κάτι που εμπόδιζε τους καλεσμένους να διασκεδάσουν με την ψυχή τους, τους κρατούσε μαγκωμένους.
 Όλοι γνώριζαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην καριέρα του κι ότι αυτό θα ήταν ένα από τα τελευταία πάρτι – αν όχι το τελευταίο-  του μεγαλομανούς και επιδειξία διοργανωτή. Δεν είχαν άδικο, αλλά το υποψιάζονταν για λάθος λόγους.
Ο Βενετσιάνος, φημισμένος χωρατατζής, είχε διαλέξει ως θέμα για το αποκριάτικο πάρτι τη Βενετία, ίσως επειδή ταίριαζε με το όνομά του. Το πάρτι δεν είχε σχεδόν κανέναν περιορισμό. Ο μοναδικός περιορισμός ήταν ότι οι καλεσμένοι έπρεπε να φοράνε καθ’ όλη τη διάρκεια του, τις μάσκες τους. Ίσως με αυτόν τον έμμεσο τρόπο ήθελε να τους χλευάσει, να  καταδείξει ότι ακόμα και μεταξύ τους, είχαν λόγους να κρύβονται, όπως οι παλιοί Βενετσιάνοι που τις φορούσαν στον μεσαίωνα για να κρύψουν τις παράνομες δραστηριότητές τους.
Κατά τ’ άλλα, δεν υπήρχαν όρια και κανόνες. Το αλκοόλ έρεε άφθονο, ημίγυμνες χορεύτριες φρόντιζαν για τη διασκέδαση των καλεσμένων, και στα ενδότερα υπήρχε ιδιαίτερη περιποίηση κι εκπλήξεις για όποιον το επιθυμούσε. Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι αποσύρθηκαν για λίγο ή περισσότερο από την κεντρική αίθουσα, με αποτέλεσμα οι πιο πολλοί να δυσκολευτούν ακόμα και να βρουν την πόρτα του ασανσέρ, όταν ήρθε η στιγμή να φύγουν κατά τις πρώτες πρωινές ώρες.
Ο Βενετσιάνος φρόντισε να υπάρχουν άφθονα ναρκωτικά για όλους και τα τίμησαν δεόντως, πρώτος και καλύτερος αυτός, που δεν άργησε να γίνει «αεροπλάνο». Δεν καταλάβαινε ούτε που βρισκόταν, ούτε τι έκανε. Το τελευταίο πράγμα που θυμάται, είναι να ξαπλώνει στο κρεβάτι του και μια νεαρή γυναίκα να βγάζει από πάνω του τη στολή του φημισμένου Βενετσιάνου θαλασσοπόρου Μάρκο Πόλο.
Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Ήταν συνηθισμένος στους καθημερινούς πονοκεφάλους, αλλά αυτό δεν συγκρινόταν με τίποτα. Αν μπορούσε να σηκωθεί, θα έσερνε τα πόδια του μέχρι τον τοίχο και θα το χτυπούσε ανελέητα. Με αυτόν τον τρόπο ή θα σταματούσε ο πόνος, ή θα έχανε ξανά τις αισθήσεις του, χειροτέρα απ’ ό,τι ένιωθε δεν γινόταν. Με το ζόρι στάθηκε όρθιος. Ούτε που κατάλαβε από πού άντλησε τη δύναμη. Άκουσε έναν δυνατό θόρυβο. Ήταν συνεχόμενος.
 Κάποιος χτυπούσε με μανία μια πόρτα, μάλλον ήταν η εξώπορτα. Ο ήχος πάντως ερχόταν από κάπου κοντά. Κάποιος πρέπει να φώναζε δυνατά. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε, δεν ήταν καν σίγουρος ότι άκουγε πραγματικά κάτι, για τίποτα δεν ήταν σίγουρος.
Ξαφνικά η πόρτα έσπασε και είδε να εισβάλει κάτι σαν σκιά μέσα στο σπίτι του. Δεν έβλεπε καλά. Η όρασή του επανερχόταν σταδιακά. Κοίταξε τα χέρια του. Μόνο τότε κατάλαβε ότι κρατούσε μαχαίρι. Έντρομος συνειδητοποίησε ότι η λεπίδα ήταν κατακόκκινη. Τα είχε χαμένα. Δεν κατάλαβε ούτε γνώριζε πώς συνέβη αυτό. Κοίταξε χαμηλότερα. Τα πόδια του κολυμπούσαν στο αίμα. Για την ακρίβεια, βρισκόταν ο ίδιος στη μέση μιας λίμνης αίματος, αίμα που δεν ήταν δικό του.
 Παραδίπλα στεκόταν το άψυχο σώμα μια γυμνής κοπέλας. Τον κοίταζε ασάλευτη με τα παγωμένα μελιά της μάτια. Τα ήξερε αυτά τα μάτια… Ήταν της κοπέλας που, λίγες ώρες πριν, τον βοηθούσε να αφαιρέσει τα ρούχα από το χαμένο του κορμί.
Πάνω στην απόγνωσή του δεν είχε καταλάβει ότι βρισκόταν περικυκλωμένος από καμία δεκαριά μαινόμενους αστυνομικούς. Τον έβριζαν και τον απειλούσαν αδιάκοπα, αλλά αυτός δεν είχε πάρει χαμπάρι. Δεν άκουγε ακόμα καθαρά, αντιλήφθηκε ωστόσο, από τα ζαρωμένα απ’ το θυμό πρόσωπά τους, ότι ούρλιαζαν σαν τρελοί. Τα όπλα τους ήταν στραμμένα προς το μέρος του. Χειρονομούσαν συνεχώς δείχνοντας το μαχαίρι. Δεν τον ενδιέφεραν, δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν αυτό που φοβόταν ότι είχε διαπράξει.
 Κοίταζε αποσβολωμένος την άτυχη κοπέλα και προσπαθούσε να θυμηθεί. Αδυσώπητα ερωτήματα βασάνιζαν το σαστισμένο του μυαλό. Είναι δυνατόν να σκοτώσεις άνθρωπο και να μην το θυμάσαι; Είναι δυνατόν να μη θυμάσαι τίποτα απ’ όσα συνέβησαν τις επτά προηγούμενες ώρες; Ξέσπασε σε λυγμούς, ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει.
Οι προηγούμενες ώρες είχαν χαθεί απ’ τη μνήμη του… Όσο και να το πάλευε, αδυνατούσε να ανακαλέσει εικόνες, σαν να βρίσκονταν παγιδευμένες σε κάποια σκοτεινή γωνιά του μυαλού του. Το μαχαίρι γλίστρησε από το χέρι του κι έπεσε στο πάτωμα.
Έτριψε τα δάχτυλα του, κολλούσαν απ’ το αίμα. Τότε ακριβώς επέστρεψε στην πραγματικότητα. Διαπίστωσε ότι στεκόταν ολόγυμνος ανάμεσα στους αστυνομικούς. Πριν προλάβει να κρύψει τη γύμνια του, όρμησαν πάνω του και τον πέταξαν βίαια στο έδαφος. Ήταν εύκολη υπόθεση να τον συλλάβουν, πολύ εύκολη. Έτσι κι αλλιώς αυτός δεν είχε ούτε διάθεση ούτε δυνάμεις να αντισταθεί.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

O Κώστας Παύλου γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1980 στα Ιωάννινα.
Σπούδασε οικονομικά στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Ελλάδος, απ’ όπου αποφοίτησε το 2002.
Το πρώτο του μυθιστόρημα οι Εξισορροπιστές εκδόθηκε το 2014. Ακολούθησε  ο Κοσμηματοπώλης το 2016. Ο Δόγης είναι το τρίτο του αστυνομικό μυθιστόρημα.
Ζει στα Ιωάννινα, είναι παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *