Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

"Στην πΈνα": "ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ, ΣΕ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ".. ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ



Στην "πΈνα"  





“ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ,
ΣΕ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ”
Γράφει ο Στέφανος Παπαδόπουλος





“Κάποιες απώλειες, σε καθορίζουν περισσότερο από κάποιες παρουσίες”

Γιατί μαμά, γιατί εγώ;
Για τόσους έχει χώρο η ζωή, γιατί όχι γι’ αυτόν. Για μένα φόρεσε τα καλά της, με υποδέχτηκε στο φως. Εκείνος έμεινε για πάντα στο σκοτάδι, πίσω από μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ. Με συνόδευσε ως την αρχή, μετά μου άφησε το χέρι˙ νόμιζα πως είμασταν καλεσμένοι στην ίδια γιορτή. Εγώ είχα άγγελο, ο αδερφός μου δεν είχε, ή μήπως ήταν αυτός ο άγγελος μου;
Έκλαψα μαμά, έκλαψες κι εσύ. Το δικό του κλάμα δεν το άκουσα.
Όμως πως μπόρεσες; Πως μπόρεσες να τον αφήσεις να φύγει, να χαθεί;
Ικέτευσες μαμά; Προσέφερες τη ζωή σου για τη δική του;
Φώναξες αρκετά δυνατά για να σ’ ακούσουν οι άγιοι ή μήπως σου ήμουν αρκετός; Γιατί εμένα δε μου φτάνω…
Με άφησες μισό, μαμά, μισό να κουβαλάω το βάρος μιας διπλής υπόσχεσης.
Εγώ έμεινα μαμά… πολύ μικρός για το λίκνο των ονείρων σου, κρεμασμένος από την ψυχρή αγκαλιά μιας ψυχής σμπαραλιασμένης.
Για σένα ο χρόνος έσπασε μαμά, η άμμος κόλλησε, έγινες άγαλμα.
Οι δικοί μου δείκτες προχωράνε ζαλισμένοι, σκοντάφτοντας σε κάθε επέτειο μιας ζωής κι ενός θανάτου, ένα βουβό μοιρολόι για τραγούδι γενεθλίων.
Τα κεριά μου δε τα σβήνω… μια φλόγα που έσβησε μου είναι αρκετή.
Ένα “να ζήσεις”, που δεν ειπώθηκε ποτέ.
   
Που είσαι, εσύ που έφυγες νωρίς; Δεν πρόλαβα να σου πω τ’ όνομα μου.
Είναι ένα όμορφο όνομα… θα ήθελα να τ’ ακούσω απ’ τα χείλη σου.
Εσύ δεν έχεις όνομα μου λένε, όμως κάνουν λάθος, εγώ το ξέρω και το φωνάζω: “Αδερφέ, αδερφέ μου”!
Εγώ σ’ αγάπησα χωρίς να σε γνωρίσω, εσύ όμως θα μ’ αγαπούσες;
Θα με ξεχώριζες; Θα με συγχωρούσες;

Γιατί δεν έμεινες μαζί μας, μαζί μου;
Δεν έπρεπε να φοβηθείς τη ζωή. Θα ήμουν εγώ στο πλάι σου;
Μήπως η αγάπη μου δεν ήταν αρκετή για να σε συγκρατήσει;
Μήπως σε απογοήτευσα;
Σε πρόδωσα, το ξέρω. Η ζωή μου, η ενοχή μου.
Ένας ναυαγός που άφησε το σχοινί να του γλιστρήσει απ’ τα χέρια.
Η σχεδία μου ακυβέρνητη, το πέλαγος απέραντο.
Κρύβομαι από το βλέμμα τ’ ουρανού και τα κύματα με πάνε όπου τα καλεί ο ορίζοντας.
Εγώ κοιτάζω τη θάλασσα, ψάχνοντας για την υπόσχεση ενός προσώπου κάτω από την επιφάνεια του γαλάζιου καθρέφτη. Το δικό σου πρόσωπο. Εσένα αναζητώ σε κάθε ανάκλαση του φωτός και το μυαλό μου χάνεται. Θέλω να σε δω να στέκεσαι μπροστά μου, να σε θαυμάσω, να σε αγγίξω.
Θέλω να δείξω με υπερηφάνεια τον αδερφό μου στον κόσμο όλο. Όμως το μόνο που καταφέρνω, είναι να πλάσω μια γνώριμη φιγούρα από καπνό, τη δική μου φιγούρα, ένα δεύτερο εγώ.
Ένα αποκύημα, που ξεγλιστράει γρήγορα μέσα απ’ τ’ ακροδάχτυλα της φαντασίας μου, σ’ ένα εφήμερο παιχνίδι των σκιών. Στην κοίτη της μνήμης μου, λίγη στάχτη μένει μόνο. Ένα αποτύπωμα στην κόρη των ματιών μου. Με κοιτάζεις μέσα απ’ τα ίδια μου τα μάτια, και ζυγίζομαι στο βλέμμα το δικό σου.
Όμως εσύ είσαι τέλειος, πλασμένος στο ύψος των προσδοκιών μου. Πως να σε φτάσω;
Η ύπαρξη μου, θα είναι μια ατελείωτη και απέλπιδα προσπάθεια για να μη σε απογοητεύσω.
Τελικά ζω μια ζωή δανεική, καθώς γίνομαι αυτό, που δε μπόρεσες να γίνεις εσύ.

Στέφανος Παπαδόπουλος



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:
                                 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *