Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

"Στην πΈνα": "ΤΟ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ, ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΖΕΙΣ".. ΓΡΑΦΕΙ Η ΡΑΦΑΕΛΛΑ ΑΝΝΑ ΜΠΟΥΧΛΑ


Στην πΈνα"  ✒️✒️


"ΤΟ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ, ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΖΕΙΣ"
Γράφει η Ραφαέλλα Άννα Μπούχλα


Το να γράφεις, είναι λόγος να ζεις...
Αρκετές φορές μου έχει ερωτηθεί το εξής ερώτημα: γιατί γραφείς;
Θα μπορούσα  να αναλύω ώρες αμέτρητες τα επιχειρήματα μου, όχι με δικαιολογίες αλλά με αλήθειες ή απλώς θα μπορούσα να σιωπήσω.
Είναι δύσκολο να συντάξεις λέξεις σε κάτι αυτονόητο, πόσο μάλλον όταν αυτή η ερώτηση ρωτιέται σε  κάποιον που είναι ερωτευμένος με την γραφή.
Γιατί δεν μπορείς απλά να χωρέσεις όλα τα συναισθήματα σου σε μια μικρή απάντηση, ή έτσι ή και αλλιώς όμως εγώ απαντώ πάντα με την εξής φράση
" Γιατί το να γράφεις, είναι λόγος να ζεις.."
Σε κάποιους φαίνεται μακάβριο, σε άλλους  ίσως και αστείο, στους λίγους σεβαστό, μα σε αυτόν που το νιώθει, άκρως αληθινό.
Γιατί το να γράφεις, όντως είναι λόγος να ζεις.
Είναι ευτυχία να σχεδιάζεις ιστορίες ή να καταγράφεις μια αληθινή, να διαδραματίζεις στο μυαλό σου και ύστερα στην πένα, μοτίβα, σκηνικά, χαρακτήρες, καταστάσεις, συναισθήματα.
Είναι ιερό για εσένα, για εμένα, για τον άνθρωπο που θα εμπιστευθεί αυτά που γράφεις και θα σε αγοράσει, να γνωρίζει πως αυτό που οι λέξεις σου έφτασαν να δημιουργήσουν έγινε με κόπο και μοναδικότητα.
Όντως το να γράφεις σημαίνει να ζεις.
Ξέρεις πόσο ψυχικό σθένος καταθέτεις;
Πόσο θάρρος θέλει να γράψεις για κάτι μέσα από την καρδιά σου;
Πόσο μαγεία αποπνέει μια φράση όταν γράφεται από κάποιον που την νιώθει;
Πόσο μεταδοτικό είναι να παραθέτεις σε λίγες γραμμές όνειρα και ιστορίες που άλλοι θα αγαπήσουν και θα ταυτιστούν με αυτές;
Πόσο απολυτρωτικό να εκλαμβάνεις αυτό το μέσο σαν σφραγίδα γνησιότητας του εαυτού σου, σαν χάρισμα που σε βοηθά να εξοστρακίσεις τους δαίμονες μέσα σου και να τους κάνεις αιθέριες υπάρξεις σε λευκό χαρτί.
Το να γράφεις δεν σημαίνει πως υπάρχεις, σημαίνει πως έχει βρει ένα μέσο να νιώθεις πως ζεις σε αυτό τον κόσμο  και με μια μαγική πένα μπορείς να τον ζωγραφίσεις και να τον φανταστείς από την αρχή όσες φορές το θελήσεις.
Όταν με ρωτούν γιατί γράφω, πέρα από την παραπάνω ερώτηση τους, προσθέτω στο τέλος
Γιατί είναι ο μόνος τρόπος να γαληνέψω την φουρτουνιασμένη μου ψυχή και αν είναι μέσα από τις λέξεις, ας είναι...

Ραφαέλλα Άννα Μπούχλα

Απόσπασμα από το βιβλίο της κα. Μπούχλα "ΑΟΥΡΕΛΙΑ"

Σχεδόν σαν να πετούσε πάνω από το χώμα, λες και η γη δε μπορούσε να την κρατήσει, λες και είχε διατάξει τον σύντροφο της με την χνουδωτή υπερήφανη χαίτη του να την  ταξιδέψει  όσο πιο μακριά μπορούσε.
Θαρρείς πως προσπαθούσε να ξεφύγει, αλλά από ποιόν;
Ίσως από αυτόν που φοβόταν πιο πολύ από όλους, τον  ίδιο της τον εαυτό.
 Όμως  ήταν τόσο απογοητευτικά μάταιο, γιατί τον κουβαλούσε πάνω της, μαζί  με όλες τις κακές και τις μετρημένες στα δάχτυλα  καλές αναμνήσεις.
Μα όσο απομακρυνόταν από το πέτρινο σπίτι της που ήταν χτισμένο στο βάθος ενός πυκνού δάσους γεμάτο πελώρια γέρικα δέντρα, τόσο οι αναμνήσεις του την κυνηγούσαν σε κάθε κοφτή ματιά που του έριχνε.
Οι αναμνήσεις του, αυτές που είχε σφυρηλατήσει με το όνομα του, με το χαμόγελο του, με τα λόγια του και με τις πράξεις του.
Της έλειπε τόσο, μα τόσο πολύ.
Η ανάγκη της ασφάλειας που απλόχερα με αγάπη  εξ ολοκλήρου και άνευ όρων της παρείχε, κάνοντας της παιδί στα χέρια του.
Ένιωθε τόσο αποξενωμένη, τόσο θλιμμένη, τόσο μα τόσο μόνη.
Ένιωθε αυτό τον κόσμο πολύ μεγάλο για αυτήν.
Πολύ ξένο.
Καμιά  φορά όμως συλλάμβανε τον νου της να την οδηγεί κρυφά  στην ευτυχία που κάποτε της είχε προσφέρει, για αυτό ακόμα κρατούσε μέσα της μια ελπίδα ζωντανή.
Και σε κάθε θύμηση αυτής την πιθανότητα που απέπνεαν οι εικόνες πού είχε ζήσει και αγαπήσει, τόσο αύξανε την ταχύτητα του μοναδικού φίλου της, λες και έτρεχαν σαν οδηγοί σε μια φτιαχτή και απατηλή νοητική  αρένα, που ο φαύλος κύκλος της, ήταν το τρόπαιο που διεκδικούσαν.
Ξαφνικά μια ταραχή διαπέρασε τον ακουμαντάριστο Καλβίνο, το άλογο της, προσπαθώντας χωρίς μεγάλη επιτυχία να τον ηρεμήσει.
Πρώτη φορά  στα 5 χρόνια που τον είχε, τον είχε δει τόσο πολύ ταραγμένο. Κάτι του είχε αποσπάσει τόσο την προσοχή, που η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του, πρόδιδε φόβο.
Σήκωσε τα δύο του χέρια ψηλά, σαν να προσπαθούσε να αποφύγει κάτι.
Αυτή η απότομη κίνηση του, έριξε καταγής την Αουρέλια  χωρίς να το καταλάβει. Ένιωσε το κεφάλι της βαρύ  και τα χέρια της να γεμίζουν με αίμα από αυτό το πέσιμο.
Μια επιφανειακή  αμυχή ήταν.
Τότε  μια μελωδία άρχισε να ηχεί αμυδρά μέσα στο δάσος.
Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προερχόταν, ηχούσε όμως τόσο βαθιά και τόσο έντονα,  απορροφημένη από κάθε ζωντανό οργανισμό που την αγκάλιαζε και κινούταν στον ρυθμό της, που η γλυκιά της θωριά φτάνοντας στα αυτιά της, την είχε συγκινήσει.
Τα μάτια της ήταν θολά λες και ήταν κλειστά.
Είπε όμως στον εαυτό τα εξής λόγια…


Με λένε Αουρέλια και η  δική μου ζωή, ήταν τελείως διαφορετική από όλων των άλλων …όπως και η ιστορία της που δεν φημιζόταν καθόλου   με όλες  τις άλλες που ήταν όμοιες μεταξύ τους. 
Γιατί ;
Γιατί το δικό μου παραμύθι είχε μια σχετική σημαντική απόκλιση από την πραγματικότητα.
Δεν ήταν απαρτισμένο από δράκους, μάγους και καθαρόαιμους πρίγκιπες, έχοντας εκείνο το γνωστό  σε όλους αίσιο τέλος,  όπου η πριγκίπισσα ευτυχεί με τον αγαπημένο της σε ένα τεράστιο κάστρο στο βωμό  της αγάπης.
Η άγνωστη εκδοχή  και κατάληξη της δικής μου ιστορίας, πορεύτηκε με  θεούς και αγγέλους.
Περιείχε την κακιά μάγισσα και μια σειρά άλλων τόσων εχθρών που ήθελαν  την εξόντωση μου.
Αποτελούταν και  αυτή όμως από  κατάρες, τιμωρίες και θαύματα, αλλά και πλάσματα. 
Και ξεκινούσε …..κάπως έτσι ….

 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *