Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

"Στην πΈνα": "ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ", ΓΡΑΦΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΒΙΤΩΛΙΩΤΗΣ



"Στην πΈνα"  ✒️✒️



"ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ"
Γράφει Νίκος Βιτωλιώτης 




Υπάρχει ελπίδα...

Θα σας πω μια ιστορία, που μου την αφηγήθηκε πολύ πρόσφατα ένας γνωστός μου. Δεν γνωρίζω το πόσο ακριβή είναι τα όσα μου είπε, αν όμως ισχύουν, τότε μπορεί κάποιος να βγάλει πολλά και χρήσιμα συμπεράσματα. Να λοιπόν η αφήγηση του φίλου μας:
Πριν από μερικές βδομάδες, έγινε ένα δικαστήριο, για μια ζημιά που είχε προκληθεί στο αυτοκίνητο της συζύγου μου, όταν εκείνη το είχε αφήσει σε ένα βενζινάδικο για πλύσιμο. Το περιστατικό, είχε συμβεί πριν πέντε χρόνια και είχε ως εξής: όταν πήγε να το παραλάβει, μετά από τέσσερις περίπου ώρες, το βρήκε γρατζουνισμένο και με ένα βαθούλωμα στην πόρτα του οδηγού. Αναζήτησε τον υπεύθυνο και της υπέδειξαν έναν ηλικιωμένο τύπο. Εκείνος, χωρίς καν να σηκωθεί, της είπε ότι το αυτοκίνητο ήταν από τα πριν τρακαρισμένο. Όταν τον ρώτησε, αν μπορούσε να μιλήσει με εκείνον που το έπλυνε, αυτός, χωρίς και πάλι να σηκωθεί από το σκαμπό του, της είπε να πάει να τον ψάξει μόνη της, αλλά θα έκανε τσάμπα κόπο, γιατί το αυτοκίνητο ήταν ήδη τρακαρισμένο. Γύρισε σπίτι και μου διηγήθηκε ταραγμένη το περιστατικό, περισσότερο για την απαξίωση με την οποία την είχε αντιμετωπίσει ο φερόμενος ως «υπεύθυνος» του βενζινάδικου. Πήρα το αυτοκίνητο επιτόπου και αφού έφτασα το βενζινάδικο, περίπου διακόσια μέτρα πιο μακριά από το σπίτι μας, αναζήτησα τον ηλικιωμένο τύπο. Όταν με διαβεβαίωσε ότι ήταν εκείνος ο «υπεύθυνος», τον πήγα να δει τη ζημιά και τον ρώτησα τη γνώμη του. Με ειρωνικό ύφος, του στυλ, «άκου να σου πω αγόρι μου…», μου επανέλαβε πάνω-κάτω τα ίδια. Όταν είδε ότι δεν θα με ξεφορτωνότανε εύκολα και ότι είχα ανεβάσει στροφές, έγινε πολύ επιθετικός και άρχισε να φωνάζει μπροστά σε όλους, όσους βρισκόντουσαν εκεί και να με δείχνει λέγοντας, «κοιτάξτε έναν πονηρό, που νομίζει ότι με τα δέκα ευρώ που μου έδωσε για το πλύσιμο, θα του φτιάξω και το τρακάρισμα…». Κράτησα την ψυχραιμία μου και περιορίστηκα μόνο σε φωνές, λέγοντάς του ότι θα του κάνω μήνυση. Πράγματι, πήρα τα στοιχεία του από τη σφραγίδα, πήγα στο αστυνομικό τμήμα και κατέθεσα μήνυση, όχι για τη ζημιά, αλλά για εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμιση. Ακολούθησε, κατόπιν συμβουλής δικηγόρου εξώδικο, που καλούσε την επιχείρηση για την αποζημίωση και κατάθεση από τη μεριά μας στον αστυνομικό που είχε αναλάβει την υπόθεση.
Θα μου πει κάποιος, «μα καλά, άξιζε τον κόπο όλη η φασαρία, πόση ήταν η ζημιά;». Λοιπόν, από οικονομικής άποψης, τα έξοδα (παράβολο μήνυσης, εξώδικο κτλ), κοστίσανε όσο και η ζημιά, αλλά ήταν θέμα αρχής να το προχωρήσουμε. Και όπως είχαμε συμφωνήσει με τη σύζυγο, αν μας πλησίαζε κάποιος για να αποσύρουμε τη μήνυση, θα ζητούσαμε το ποσό των εξόδων να δοθεί με επιταγή στο Χαμόγελο του Παιδιού και να μας ζητηθεί συγνώμη για την απαξιωτική συμπεριφορά. 
Πέντε και κάτι χρόνια μετά, έγινε επιτέλους το δικαστήριο, όπου εμφανίσθηκε ένας σαρανταπεντάρης τύπος, ο νομικά υπεύθυνος του βενζινάδικου και δήλωσε, χωρίς να ντρέπεται καθόλου, ότι θυμόταν καλά την υπόθεση και ότι η γυναίκα μου, δέκα μόλις λεπτά αφού είχε αφήσει το αυτοκίνητο για το πλύσιμο, είχε επιστρέψει και είχε πάει κατ’ ευθείαν εκεί που το είχε παρκαρισμένο, φωνάζοντας, λέει, ότι το είχαν τρακάρει και ότι εκείνος ο ίδιος είχε προσπαθήσει να την ηρεμήσει, λέγοντας ότι η ζημιά ήταν από πριν. Κι εγώ, είχα εμφανισθεί, λέει, την επόμενη μέρα και είχα βρει τον ίδιο και του φώναζα και απειλούσα με μηνύσεις και δεν δεχόμουν να δω το βίντεο από τις κάμερες, που πολύ ευγενικά προσφέρθηκε να μου δείξει ο ίδιος. Σε ερώτηση της προέδρου, εάν υπήρχε κάποιος ηλικιωμένος, που να  μπορούσε να ισχυριστεί ότι ήταν ο υπεύθυνος του βενζινάδικου, ο σαρανταπεντάρης τύπος απάντησε ότι πολύ παλιά ήταν ο πατέρας του, που όμως ήταν 84 ετών και δεν πολυπήγαινε πια στην επιχείρηση, αλλά σε κάθε περίπτωση, ήταν εκείνος που μας είχε μιλήσει και στους δύο. Η εισαγγελέας, μια ξανθιά που έφερνε στη Μπάρμπι ούτε που άνοιξε το στόμα της, ενώ η πρόεδρος με έβγαλε από την αίθουσα, επειδή τόλμησα να πω ότι όλα αυτά ήταν ψέματα και ότι αυτό αποδεικνυόταν εύκολα, από τα έγγραφα που είχαμε καταθέσει στη μήνυση: δεν μπορεί η γυναίκα μου να πήγε δέκα λεπτά μετά που άφησε το αμάξι και να έκανε «φασαρία», αφού υπήρχε απόδειξη πλυσίματος και άρα, δεν μπορούσε να έχει πλυθεί το αμάξι μέσα σε δέκα λεπτά, ή έστω να πλύθηκε μετά, αφού θα ήταν παράλογο να τους το είχε αφήσει, ενώ είχε προηγηθεί ή «φασαρία», όπως είπε ο τύπος. Και ακόμα, πώς πήγα εγώ την επόμενη μέρα και απειλούσα με μηνύσεις, όταν αποδεικνύεται από την απόδειξη και την ημερομηνία κατάθεσης της μήνυσης, ότι αυτά έγιναν την ίδια μέρα;
Ο γνωστός μου, δεν ήταν τόσο εκνευρισμένος με τον ψεύτη νομικά υπεύθυνο του βενζινάδικου, που μπορεί να ήταν και περήφανος που είχε καταφέρει να μην μπλέξει τον ψευτόμαγκα πατέρα του, ο οποίος φυσικά έκανε το κορόιδο και δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, όσο με την πρόεδρο και την εισαγγελέα, που δεν μπήκαν στον κόπο να εξετάσουν την υπόθεση και απλώς την ξεπέταξαν, καθότι για τυπικούς λόγους, η μήνυση είχε γίνει σε λάθος άνθρωπο. Ακόμα, τα είχε βάλει και με τον αστυνομικό που είχε παραλάβει τη μήνυση, την οποία προφανώς διαβίβασε χωρίς να το πολυψάξει.
Θα μπορούσε η εισαγγελέας και η πρόεδρος να καλέσουν τον ψευτόμαγκα πατέρα σε επόμενη δικάσιμο, μιας και υπήρχαν σαφείς ενδείξεις ότι ήταν εκείνος που είχε εμπλακεί στο περιστατικό, αλλά και να εξετάσουν την αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών του κατηγορούμενου από τα κατατεθειμένα έγγραφα και να τον καταδικάσουν για τα ψεύδη που είπε ενώπιον του δικαστηρίου. Όμως, προτίμησαν να μην ασχοληθούν άλλο, ίσως έκριναν ότι η προσβολή και η δυσφήμιση ενός πολίτη δεν είναι κάτι σοβαρό και επίσης, προτίμησαν να κάνουν ότι δεν κατάλαβαν, πως ο κατηγορούμενος ασεβούσε ψευδόμενος στο δικαστήριό τους. Και εγώ και η σύζυγός μου, είπαμε ότι αυτή η εμπειρία εξηγούσε εν πολλοίς, γιατί πηγαίνουμε σαν χώρα και σαν κοινωνία κατά διαόλου.
Πριν μια βδομάδα περίπου, όπως κάθε μέρα, παρκάρισα ως συνήθως τη μηχανή μου και αφού την έδεσα με την αλυσίδα, πήγα λίγο πιο κάτω, στο γραφείο μου. Το μεσημέρι, στο δρόμο προς την παρκαρισμένη μηχανή, διαπίστωσα ότι τα κλειδιά δεν ήταν στην τσέπη μου. Ανακουφίστηκα που την είδα στη θέση της και γύρισα πίσω στο γραφείο, αναστατώνοντας συρτάρια, ντουλάπες και γραφεία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ξαναέκανα τη διαδρομή μέχρι την παρκαρισμένη μηχανή, ψάχνοντας συνάμα στον δρόμο για τα κλειδιά, μην και μου είχαν πέσει, αλλά ρωτώντας και στα μαγαζάκια που περνούσα, μην και τους τα είχε πάει κάποιος. Τελικά, τηλεφώνησα στον αδελφό μου και του έδωσα οδηγίες, πού θα έβρισκε τα εφεδρικά κλειδιά και τον περίμενα να μου τα φέρει. Όσο τον περίμενα, είχα κρεμάσει μπουφάν και τσάντα στο τιμόνι και έριχνα και ματιές σε διάφορα πιθανά και απίθανα σημεία της μηχανής για τα κλειδιά, μην τυχόν και είχαν σκαλώσει κάπου. Τότε, άκουσα κάποιον να με φωνάζει από το απέναντι πεζοδρόμιο. Ήταν ένα παιδί, 25-30 χρονών, που έφτιαχνε τα πλακάκια στην είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, με μια φόρμα γεμάτη σκόνη και στόκους από τη δουλειά. Πήγα κοντά του και μου είπε ότι τα κλειδιά που έψαχνα, τα είχα ξεχάσει στο βαλιτσάκι και ότι τα είχε πάρει και τα είχε αφήσει στο κοντινό καφενεδάκι. Ανακουφισμένος, τον ευχαρίστησα, βρήκα πράγματι τα κλειδιά και αφού ενημέρωσα τον αδελφό μου, έφυγα. Την επόμενη μέρα, ευτυχώς, βρήκα το παιδί και του έδωσα ένα μπουκάλι ουίσκι, ευχαριστώντας το για άλλη μια φορά.
Ο γνωστός μου, τελείωσε την αφήγηση σχεδόν συγκινημένος, κάνοντας τη σύγκριση των δύο περιστατικών. Από τη μια, δυο επιχειρηματίες υβριστές και ψεύτες, μαζί με δυο αδιάφορους ανώτατους κρατικούς λειτουργούς και από την άλλη, ένα παιδί του μεροκάματου, που έπραξε χωρίς δισταγμό εκείνο που θεωρούσε το σωστό. 
Εφόσον τα όσα σας αφηγήθηκα πιο πάνω είναι ακριβή, έχω κι εγώ να προσθέσω από την πλευρά μου ότι τελικά υπάρχει ελπίδα και ότι μάλλον πρέπει να την αναζητήσουμε σε μέρη που ίσως δεν τα είχαμε σκεφτεί.

Ν. Βιτωλιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *