Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

"Στην πΈνα": "ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ"...ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΙΜΕΝΟΣ



Στην πΈνα"  ✒️✒️


"ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ"
από το Κώστα Σιμενό


Αναζήτηση ταυτότητας..

Αναρωτιέμαι σε πόσους και ποιους λαούς η κλεψιά, η λαμογιά,  η παρανομία, κι η διαφθορά, θα θεωρούντο  κεκτημένα δικαιώματα, και οι κάτοχοί τους θα διαδήλωναν και θα εκβίαζαν τη κοινωνία για να τα διατηρήσουν.
Πόσοι και ποιοι λαοί θα είχαν υποστεί όσα έχουμε υποστεί εμείς και θα στήριζαν ακόμη τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της δυστυχίας τους.
Πόσοι και ποιοι λαοί θα παραδίδονταν στις ληστρικές συντεχνίες της εξουσίας με τη  «φιλοδοξία»  κάποτε να γίνουν κι αυτοί μέλη τους.., ενώ θα τις έχουν θρέψει με το αίμα τους.
Πόσοι και ποιοι λαοί θα ανέχονταν τόσες θυσίες  για να διατηρήσουν οι προνομιούχοι τις θέσεις τους και το πλούτο που απέκτησαν παρανομώντας, επί σαράντα χρόνια, κι όχι μόνο…
Πόσοι και ποιοι λαοί θα έκλειναν  τα μάτια τους και θα υιοθετούσαν  άκριτα την αντίληψη που επινόησαν και  διέδωσαν  οι πολιτικοί μας, πως για όλα φταίνε  οι ξένοι  που επιβουλεύονται τη χώρα μας, ενώ την ίδια ώρα εκείνοι, ληστεύουν τον ιδρώτα του Έλληνα, χρεώνοντάς του και τα δανεικά για τις ασύστολες καταχρήσεις και σπατάλες τους. 
Προσωπικά, δε γνωρίζω κανένα τέτοιο δημοκρατικό  λαό πλην του δικού μας. Είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσεις, ακόμη κι αν ανασκαλέψεις  τις ιστορικές αιτίες, τους λόγους που ο λαός μας μετάλλαξε τη λογική κι έκανε το αυτονόητο, δυσνόητο, και το απλό, σύνθετο και άλυτο πρόβλημα.
Να εξηγήσεις πώς οι πολιτικοί καταπάτησαν επί σαράντα χρόνια τις προσδοκίες και τους αγώνες για δημοκρατία, ισότητα και δικαιοσύνη. Πώς οι ιδεολογίες έγιναν αερολογίες και κουρελόχαρτα.  Πώς εξευτέλισαν  το περιεχόμενό τους, και πως παραμένουν ακόμα εργαλεία  που νομιμοποιούν την απροκάλυπτη παρανομία και θρασύτητα κομμάτων,  και  ομάδων εξουσίας που απαρτίζουν το σύστημα.
Κάποτε, επί χούντας, αυτός ο λαός κραύγαζε «ψωμί-παιδεία-ελευθερία» και οι ντουντούκες των επικεφαλής ούρλιαζαν με πάθος για αντίσταση και δημοκρατία, επιβεβαιώνοντας τη  ταυτότητα ενός υπερήφανου και αδούλωτου λαού, που αναζητούσε την αναγέννησή του, έστω και καθυστερημένα. Με αιματηρές θυσίες και εθνικό  κόστος αυτό εν μέρει, επετεύχθη.  Και τι έγινε μετά;  Πού πήγε ο πολιτισμός μιας χρυσής μεταπολεμικής άνθισης, με τεράστιους ποιητές, νομπελίστες, συγγραφείς, μουσουργούς με παγκόσμια απήχηση? Πώς φτάσαμε στο απόλυτο κενό, όπου ακόμη κι ο έρωτας έγινε μια εξαγοράσιμη εμπειρία, στα πρότυπα που προώθησε το life style,  ανακατεμένος με ναρκωτικά? Πού πήγε η ελευθερία των ιδεών και των κοινωνικών κατακτήσεων  που «στραγγαλίστηκαν» από την γιγάντωση των ισχυρών, και των ανεξέλεγκτων αγορών?
Οι επικεφαλής της αντίστασης και της επαναστατικής κραυγής, επί χούντας, ήρθαν στα πράγματα  κι ήταν στο χέρι τους να κάνουν τα συνθήματα πράξη. Αντ’αυτού τι έπραξαν;
Χρησιμοποίησαν το λαό για να φτιάξουν ένα σύστημα που  έπαιρνε συνεχώς τη καιροσκοπική μορφή τους, και τη μορφή της  εξουσίας που ήθελαν.
Για «ψωμί»,  μοίρασαν δανεικό παντεσπάνι για να έχουν συνενόχους στα σχέδιά τους.
Για «παιδεία», αφού άδειασαν το λεξικό και καθιέρωσαν τη μαλλιαρή γλώσσα, έφτιαξαν τη παραπαιδεία για τους ημετέρους, και την έκαναν ένα ανεπαρκές και άχρηστο εργαλείο, χρήσιμο μόνο για τους σκοπούς τους, και για μια χαριστική καρέκλα σ’ ένα άδειο γραφείο του δημοσίου.
Για «ελευθερία», έφεραν την ασυδοσία και την απληστία  των ιδίων και των ομάδων της εξουσίας τους, ενώ με τα όργανα της προπαγάνδας τους καθιέρωσαν το δίκιο του άδικου και του παράλογου.
Οι ίδιοι βούτηξαν στο «μέλι» και κι όπως αυτό κολλάει και απλώνεται, με τίποτα δεν ήθελαν να το αποχωριστούν. Μάλιστα, σαν  κηφήνες, έτρωγαν ό,τι παρήγαγαν οι μέλισσες, και  «πηδούσαν» ότι τους γυάλιζε...χωρίς συνέπειες.
Ικανοποιούσαν κάθε βίτσιο και παραλογισμό (γελοία επιδόματα, συντάξεις...κλπ) για να ελέγχουν με τη λαγνεία της απληστίας τη συνείδηση και τη ψήφο του νεοέλληνα, κάνοντας την εξουσία τους καθεστώς, ξέροντας ότι μια μέρα  ο ανόητος νεοέλληνας θα πληρώσει και τα σπασμένα.
Πόσοι κατάλαβαν τη παγίδα; Ελάχιστοι, που κι αυτοί πνίγηκαν  στη βοή των νέων απαιτήσεων και νέων παροχών. Διαμορφώθηκε η νοοτροπία της ελάσσονος προσπάθειας και του μείζονος κέρδους, με κάθε μέσον. Πιστέψαμε ότι είμαστε μια προικισμένη φυλή ευνοουμένων. Ο περιούσιος λαός…
Αν ψάξουμε σ’όλη την υφήλιο, δύσκολα θα βρούμε κάτι παρόμοιο, χωρίς να τηρούνται τα προσχήματα ενός λειτουργικού κράτους.
Εμείς που δημιουργήσαμε το δυτικό πολιτισμό, που τροφοδοτήσαμε την αναγέννηση και το διαφωτισμό, δεν γνωρίζαμε πλέον ποια ταυτότητα είχαμε. Γεννήτορες  της Ευρώπης  με την πολιτική και πολιτιστική έννοια, δεν ξέραμε ποιοι ήμασταν, και το κυριότερο, τι θέλαμε να ήμαστε,  δυτικοί, ανατολίτες, σοσιαλιστές, καπιταλίστες, κλέφτες, λωποδύτες, πολιτισμένοι, απολίτιστοι ή απλά μπάσταρδοι και  ευνοούμενοι όλων; 
Κάποιοι αρέσκονται να «πατάνε» παντού» για να διαλέγουν, κατά περίσταση, τη ταυτότητα που τους βολεύει. Μια ταυτότητα που διαμορφώθηκε, κυρίως, τα τελευταία τριάντα χρόνια, κι ακόμη σήμερα, εκείνοι οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί προσπαθούν  να διατηρήσουν και να ξαναεπιβάλουν,  πουλώντας και τη ψυχή τους στο διάβολο, αλά Ντόριαν Γκρέυ… 
Είναι σχεδόν απίστευτο. Ο Ελληνικός λαός,  που κατοικεί προνομιακά στη φωτεινή χώρα των θεών, που συνδέεται  κληρονομικά με τη σημαντικότερη πολιτιστική  ιστορία, που διαθέτει  πλούτο και σπάνιες ικανότητες, διάλεξε επί χρόνια να γίνει  παράσιτο του σύγχρονου κόσμου.
Να γίνει ακόμη και η μήτρα  ενός κλωνοποιημένου και νομιμοποιημένου ναζιστικού κόμματος, που πρωτοστατεί θρασύτατα στην πολιτική ζωή, γιατί ο λαός  αδυνατεί να αλλάξει τον εαυτό του, να αλλάξει πορεία, να πάρει τη τύχη στα χέρια του, και να ζητήσει ευθύνες από όλους εκείνους που τον οδήγησαν στην απελπισία και έθρεψαν  τα παράνομα και εγκληματικά φαινόμενα. Σαν να μην υπήρξαν συγκεκριμένοι φταίχτες, αλλά ένα «αυτοφυές» αόρατο σύστημα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:



Απόσπασμα από το κεφάλαιο 9 του μυθιστορήματος
  «Καταφύγιο στη βροχή».


«Στα μάτια του Ανταίου, χόρευαν οι φλόγες που είχε ανανεώσει βάζοντας κι άλλα καυσόξυλα στο θάλαμο της σόμπας. Είχε ξαπλώσει κατά μήκος του μεγάλου καναπέ, με το κεφάλι ανασηκωμένο στο  μπράτσο της.  Ένα  παχύ μαξιλάρι έκανε πιο ομαλή την επαφή. Ένιωθε μια αλλόκοτη ευφορία, που μόνο απρόσμενα γεγονότα μπορούν να παράγουν.
Θα γυρνούσε μόνος στο σπίτι, θα έτρωγε κάτι πρόχειρο, θα έβαζε μουσική, ίσως άναβε τη σόμπα, και με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί που θα έπαιρνε μαζί του στο γραφείο, θα συναντούσε τους ήρωές του στο κομπιούτερ  που τον περίμεναν να μάθουν το επόμενο βήμα στη ζωή τους,   αν δεν είχε επιστρέψει να τη συναντήσει στο μπαρ,   κι αν,  πιο πριν,  δεν είχε σταματήσει στο τηλεφωνικό θάλαμο. Τώρα, όλα αυτά  δεν έμειναν μοναχικά και βουβά, απέκτησαν παρέα, ομιλία και διπλό νόημα,  χάρη σε κείνη.
Ένιωσε ένα ελαφρύ περπάτημα και τον ήχο του πικάπ να χαμηλώνει, μέχρι να σβήνει εντελώς, αλλά όχι για πολύ.  
Στη θέση του Τσαϊκόφσκι άρχισε να γυρνάει, ένας δίσκος LP του Γκάρυ Μουρ και ο υπέροχος ήχος από το αισθησιακό  Still Got The Blues  να διαχέεται μεθυστικά στο δωμάτιο, έχοντας κάτι  από κείνη.
 Ήθελε να σχεδιάσει το δικό της σκηνικό τούτη τη βραδιά,  κι έψαξε αθόρυβα τους μεγάλους δίσκους που ήταν δίπλα για να κάνει πιο οικεία   την ατμόσφαιρα. 
Αισθάνθηκε την αύρα της  πάνω από το κεφάλι του.  Έσκυψε τόσο, όσο τα χείλη της να αγγίξουν τα δικά του  σ’αυτή την ανάποδη στάση.
Η φωνή της είχε μια απαλή άχνα, που τον ξάφνιασε  το πόσο τρυφερή μπορούσε να γίνει.
«Αρχίζει να μου αρέσει ο κόσμος σου» του είπε, και η ανάσα της μπερδεύτηκε με τη δική του, σχεδόν του την πήρε με το φιλί της και τον τύλιξε με το άρωμά της


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *