Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2018

"Στην πΈνα": "ΕΜΕΙΣ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ* ".. ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Στην "πΈνα"  


"ΕΜΕΙΣ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ* "
Γράφει ο Στέφανος Παπαδόπουλος






Εμείς, Αγάπη μου*...

Που πήγε Αγάπη μου το φθινόπωρο, η άνοιξη που πήγε; 
Που πήγαν οι εποχές της αποσύνθεσης και της αναγέννησης; 
Οι χειμώνες διαδέχονται τα καλοκαίρια σε μια βίαιη εναλλαγή των ρόλων.
  
Η πολυχρωμία της φύσης χάθηκε, μαζί με τις έντονες μυρωδιές της.
Η ώριμη υγρασία των χρυσών πεσμένων φύλλων και το άγουρο πράσινο του φρέσκου γρασσιδιού έχουν εγκαταλείψει τη ζωή μας προ πολλού. 
Θάφτηκαν κάτω από το χιόνι ή στάθηκαν απέναντι στον ήλιο και… κάηκαν.                                              

Τα άνθη γεννιούνται και πεθαίνουν στα κρυφά, μέσα σε μια νύχτα, στερώντας μας την πρωτόγονη οσμή της προσμονής, αλλά και το ξέγνοιαστο άρωμα της μελαγχολίας.
Όπως όλα πια στον καιρό μας, τη μια μέρα είναι… και την άλλη δεν είναι.

Δεν βλέπουμε πια τα πουλιά να πετάνε σε ατελείωτα σμήνη προς άλλες πολιτείες.
Δεν κοιτάμε πια προς τον ουρανό, ο λαιμός μας κουράστηκε, έχει τόσα πολλά στο κεφάλι του.
  
Οι δυνάμεις της φύσης, έχασαν το ρομαντικό τους ενδιαφέρον για την εφήμερη πνοή του ανθρώπου. Υποκλίθηκαν κι αυτές στη δυαδική αλήθεια της ψηφιακής εποχής.
Ένα ή μηδέν (Ι/0), επ’ άπειρον, χωρίς σκιές, χωρίς αποχρώσεις, χωρίς αυτή την ανεπαίσθητη λεπτομέρεια που οι Γάλλοι τόσο όμορφα ονομάζουν “nuance”.

Που πήγαν Αγάπη μου το δειλινό κι η χαραυγή;
Πως χάθηκαν από τα μάτια μας;   
Πως τ’ αφήσαμε να σβήσουν πίσω από το τσιμέντο και τους φρενήρεις ρυθμούς της σύγχρονης εποχής; 
Γιατί αφήσαμε τον κόσμο μας χωρίς ορίζοντες;

Ο ήλιος ανάβει και σβήνει πια σαν ηλεκτρικός λαμπτήρας, περιορίζοντας τα σύννεφα σε μια μονότονη επιλογή. Θα ντυθούν το άσπρο ή το μαύρο, ξεχνώντας για πάντα τον πορφυρό μανδύα που ανήγγειλε μεγαλοπρεπώς τον ερχομό της νύχτας.
  
Μαζί με την αυγή, έσβησε κι η περήφανη κραυγή του πετεινού.
Η μέρα μας αρχίζει πριν χαράξει και τελειώνει με το νοσταλγικό αλύχτισμα των σκύλων, που αναζητούν πίσω από τον πυκνό καπνό, το χαμένο φεγγάρι των προγόνων τους.

Κάποτε ο χρόνος περνούσε μπροστά απ’ τα μάτια μας, σα μια γυναικεία φιγούρα που αφήνει τη φούστα της να κυματίζει, ενώ περπατάει ανέμελα.
Κάποτε η άμμος του χρόνου, κυλούσε αργά ανάμεσα στις αντεστραμμένες πυραμίδες μιας αρχαίας κλεψύδρας.
Ο Χρόνος δεν κυλάει πια υπακούοντας στη νομοτέλεια, μα βιάζεται και σκοντάφτει σε κάθε μεταλλικό γρανάζι του μηχανικού μας κόσμου.

Που πήγαν Αγάπη μου τα ποτάμια;
Γιατί η θάλασσα δε μπορεί πια ν’ ακούσει τη φωνή του βουνού, που της ψιθυρίζει τα παραμύθια των καιρών που πέρασαν και δε θα ξαναγυρίσουν;                                
Κάποτε το νερό έρεε ελεύθερα, σμίλευε υπομονετικά τον εύπλαστο πηλό της δημιουργίας.  Κάποτε το νερό τραγουδούσε κελαηδιστά, ενώ χόρευε ανάμεσα στα απλωμένα δάχτυλα της φύσης. Έχει πια αποτραβηχθεί στα έγκατα της γης, παγιδευμένο στο αιώνιο σκοτάδι μιας υποχθόνιας διαδρομής. Εμείς το σκεπάσαμε, εμείς το θάψαμε, εμείς το ξεχάσαμε.  Τώρα Αγάπη μου, ψάχνουμε για τα ίχνη του σε μακρινούς πλανήτες, στο άλλο άκρο της απεραντοσύνης. Γιατί τα δικά μας ποτάμια είναι από άσφαλτο, η κοίτη τους γυμνή και στείρα. Μαύρα ποτάμια, που χορεύουν κι αυτά τον δικό τους χορό, έναν χορό του θανάτου.
Χτίσαμε όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο βαθιά.
Το νερό έχασε το φως του, έχασε την αναπνοή του. Του έμεινε μόνο ο θυμός. Ένας θυμός που φουσκώνει συνεχώς ώσπου, μια μέρα θα γίνει χείμαρρος και θα μας πνίξει όλους.

Αντί να προφυλάξουμε το θαύμα της πηγής της ζωής, σα μαθητευόμενοι μάγοι, σαν αποτυχημένοι αλχημιστές, εμείς μετατρέψαμε το κρύσταλλο σε κάρβουνο.

Εμείς, Αγάπη μου, δεν έχουμε πια που να πάμε.


Σημ:

*Αγάπη (γιατί αν δεν γράψω την Αγάπη με κεφαλαίο Α, τότε τι θα γράψω;)   



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *