Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

O Γιώργος Σεφέρης (13 Μαρτίου 1900 - 20 Σεπτεμβρίου 1971)

Γιώργος Σεφέρης: Ο μεγάλος Έλληνας

  ποιητής


Βαθιά λυρικός, στοχαστικός και αισθαντικός με όλα τα ζητήματα που τον απασχόλησαν στη ζωή του, με το μεγάλο του ταλέντο στη γραφή αλλά και με τις βαθιές γνώσεις του τής ιστορίας της Ελλάδας κατάφερε να συνδέσει σαφώς τα πάντα με ένα λόγο - που μνημειώδης καθώς διέρρεε στο χαρτί - τον έκανε να κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση και να καταστεί ένας εκ των κορυφαίων ποιητών της εποχής του.


Γ. Σεφέρης έθεσε τη βάση για την ελεύθερη ποίηση», έχει πει ο Οδυσσέας Ελύτης.
“αν θέλεις να γίνεις κάτι στη βασιλεία του πνεύματος, φρόντισε ν’ αποφύγεις τη μετριότητα σε κάθε στιγμή της ζωής σου, φρόντισε να ζεις όσο μπορείς σε στενότερη συνάφεια με τα υψηλότερα πνεύματα που σου είναι βολετό να γνωρίσεις… δούλευε, ένδον σκάπτε, καθάριζε την ψυχή σου και πήγαινε ελεύθερος…”
Γιώργος Σεφέρης, Ένας διάλογος για την ποίηση
O Γιώργος Σεφεριάδης (13 Μαρτίου 1900 - 20 Σεπτεμβρίου 1971), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. O πατέρας του, Στυλιανός, ήταν νομικός και μετέπειτα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους τραγικούς και είχε εκδώσει μεταφράσεις έργων του Λόρδου Bύρωνα. Η δε μητέρα του, Δέσπω, διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευαισθησία και την καλλιέργειά της.
Έγραφε ήδη στίχους στα 14 του χρόνια. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα. Το 1918 μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει Νομική, κάτι που αποτελούσε όνειρο του πατέρα του που στο μεταξύ είχε μετακομίσει κι αυτός στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη μοίρα. «Eίχα μπει τον Iούλιο σ’ ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Nοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Tο δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου. Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ’ έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Tις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος» θα σημειώσει αργότερα ο ποιητής για τα φοιτητικά του χρόνια. Σύντομα, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την λογοτεχνία: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Tο συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Kάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν».
Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή Στροφή.
Με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις.
Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης – υποστήριξαν ότι η Στροφή εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση. Ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα.
Η Στροφή θεωρήθηκε ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή.
Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός.
Αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».
Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο.
Με μία σειρά κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου.
Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό.
Μετέφρασε δύο έργα του αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό στην Εκκλησιά) ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη).
Από την δεκαετία του πενήντα η ποίηση του Σεφέρη ήταν γνωστή και αναγνωρισμένη στο εξωτερικό.
Το 1955 και το 1961 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ.
Δυο χρόνια αργότερα οι φήμες έδιναν και έπαιρναν στην Αθήνα ότι θα ήταν αυτός ο νικητής.
Οι φήμες επιβεβαιώθηκαν το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου, όταν έφθασε στην Αθήνα το τηλεγράφημα της Σουηδικής Ακαδημίας, που ανήγγειλε την χαρμόσυνη είδηση.
Ο Σεφέρης είχε κερδίσει το βραβείο «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες».
Η Σουηδική Ακαδημία είχε ξεπληρώσει ένα χρέος της προς την Ελλάδα, καθώς
στο παρελθόν είχε παρακάμψει τις υποψηφιότητες του Νίκου Καζαντζάκη και του Άγγελου Σικελιανού.
Ο Σεφέρης που ήταν καθηλωμένος στο σπίτι του από μια κρίση έλκους
θα δηλώσει εμφανώς ικανοποιημένος στους εκπροσώπους του Τύπου:
Διαλέγοντας έναν Έλληνα ποιητή για το βραβείο Νομπέλ, νομίζω πως η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να εκδηλώσει την αλληλεγγύη της με τη ζωντανή πνευματική Ελλάδα.
Εννοώ: αυτή την Ελλάδα για την οποία τόσες γενεές αγωνίστηκαν, προσπαθώντας να κρατήσουν ό,τι ζωντανό από τη μακριά παράδοση της. Νομίζω, ακόμη, ότι η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να δείξει πως η σημερινή ανθρωπότητα χρειάζεται και την ποίηση – κάθε λαού – και το ελληνικό πνεύμα.
Η επικράτηση του Έλληνα ποιητή δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Η αρμόδια επιτροπή, από τους περίπου 80 υποψηφίους, επέλεξε έξι:
τον Ιρλανδό θεατρικό συγγραφέα Σάμουελ Μπέκετ, τον Αγγλοαμερικανό ποιητή Γ.Χ Όντεν, τον Ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μίσιμα , τον Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα,
τον Δανό συγγραφέα Άξελ Σαντεμόζε και τον Σεφέρη.
Με ψηφοφορία τα μέλη της επιτροπής ξεχώρισαν την τριάδα των Σεφέρη, Νερούδα και Όντεν και ακολούθως με ομοφωνία επέλεξαν να δώσουν το βραβείο στον Γιώργο Σεφέρη.
Στις 10 Δεκεμβρίου, έγινε η τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ και το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Σεφέρης εκφώνησε ένα σύντομο λόγο στο δείπνο που παρατέθηκε για τους νομπελίστες στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης, ενώ την επομένη έδωσε διάλεξη στην Σουηδική Ακαδημία.
Στην ομιλία του, συνόψισε τις πεποιθήσεις του, για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή:
« …Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου.
Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα
που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή.
Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται.
Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα…».
Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη σιωπή του
και στηλίτευσε τη χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του BBC.
«Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.
Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α’ Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.

Στις 28 Μαρτίου του 1969 ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης αποφασίζει να λύσει τη σιωπή του και να μιλήσει ανοιχτά κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Μαγνητοφωνεί μία δήλωση, στην οποία, μεταξύ άλλων, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο στρατιωτικό καθεστώς για την τραγωδία στην οποία οδηγούσε την Ελλάδα.
Η κασέτα φθάνει λαθραία στο Λονδίνο και αυθημερόν η δήλωσή του μεταδίδεται από την Ελληνική Υπηρεσία του BBC, ενώ αναμεταδίδεται από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και την «Ντόιτσε Βέλε».
Η Χούντα, φανερά ενοχλημένη από την εξέλιξη αυτή, θα αφαιρέσει από τον Σεφέρη τον τίτλο του πρέσβεως επί τιμή και το δικαίωμα χρήσης του διπλωματικού διαβατηρίου του. Θα δικαιολογήσει την πράξη της αυτή με το επιχείρημα ότι ή δήλωσή του μεταδόθηκε από τη ραδιοφωνία της Σοβιετικής Ένωσης και άρα συνιστά αντεθνική προπαγάνδα. Στον χορό θα μπει και ο φιλικός της Τύπος, που θα γράψει ότι ο Σεφέρης «πούλησε την Κύπρο για να πάρει το Νόμπελ», ενώ θα τον χαρακτηρίσει κρυφοκομμουνιστή και μίσθαρνο όργανο ξένων κυβερνήσεων.
Γιώργος και Μαρώ Σεφέρη
«Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»
Ερμιόνην Ασίνην τε βαθύν κατά κόλπον εχούσας
Ο Γ. Σεφέρης με τον Γ. Θεοτοκά
Φοιτητης στο Παρίσι
Στους δρόμους του Παρισιού
Φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη – “Άνθρωποι”
Από το σκοτάδι στο φως
Ο Γιώργος Σεφέρης με τον Εζρα Πάουντ, δεκαετία του ’60
«28 προς 29 ώρα 1 ½ μ. μεσονύκτιον η Δέσπω εγέννησεν υιόν».
Κανείς δεν μπορούσε, φυσικά, να προβλέψει πως ο «υιός» θα ήταν το πρώτο Νόμπελ Ποίησης της Ελλάδας: ο Γιώργος Σεφέρης.
Ο Γιώργος Σεφέρης ανακηρύσσεται Επίτιμος Διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1964.
Στην ομιλία του στη Στοκχόλμη, κατά την τελετή απονομής του βραβείου Nόμπελ (το Δεκέμβριο του 1963)
Ο Γιώργος Σεφέρης εδώ στα 49 του φωτογραφημένος από τον Μάριο Βίτι
O ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο σπίτι του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή το Δεκέμβριο του 1970. Μία από τις τελευταίες φωτογραφίες του Σεφέρη.

Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, έκλεισε τα μάτια του για πάντα, μετά από εγχείρηση στο δωδεκαδάκτυλο. H κηδεία του σπουδαίου ποιητή έμελλε να σταθεί έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού, που είχε συγκεντρωθεί κατά χιλιάδες για να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία, καθώς εξελίχθηκε σε αντιδικτατορική διαδήλωση, με νέους, φοιτητές και μαθητές επικεφαλής.
Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε για το Γ. Σεφέρη: «Κανείς άλλος δεν στάθηκε τόσο ικανός ν’ ανιχνεύσει, να βρει και να κινήσει τα νήματα της ζωντανής ελληνικής παράδοσης όσο αυτός… Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι», ενώ ο Γ. Ρίτσος με τη σειρά του είπε: «Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του. Εδώ και πολλά χρόνια, σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, ο ποιητής έσμιξε ποίηση και ελευθερία, αισθητική και ηθική, σε μια γνήσια και φυσική ενότητα, αφήνοντας μιάν υψηλή, παραδειγματική κληρονομιά σ’ ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Ακόμα μια φορά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».


Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα στο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Επιφάνια, 1937», από τη συλλογή «Σχέδια για ένα καλοκαίρι». Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα, να ακούσετε τον Γιώργο Σεφέρη να το διαβάζει και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να τραγουδά ένα απόσπασμα του ποιήματος, μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη.
ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού 
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά. τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους. βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του, 
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή. κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.



Επιμέλεια άρθρου Καλλιόπη Γιακουμή 
* Με πληροφορίες από το Wikipedia, Το Βήμα, Τα Νέα, την Ελευθεροτυπία



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *