Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

"Στην πΈνα": ΜΟΝΟΣ... ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ



Στην πΈνα"  
✒️✒️

      

           "ΜΟΝΟΣ"
Γράφει ο Βασίλης Ζησόπουλος





Μόνος....

Άναψες το κερί, έκλεισες το πορτάκι και στάθηκες όρθιος, αγέρωχος και βλοσυρός μπροστά στα λευκά μάρμαρα. Συνήθειες και δέοντες πράξεις που έχουν πλέον αποτυπωθεί στο υποσυνείδητο, ίσως και στα γονίδια θα τολμούσαν κάποιοι να πουν, και γίνονται μηχανικά, δίχως να σκέφτεσαι το σκοπό ή την αιτία τους. Ούτε καν την αφορμή τους!
 Πηγαίνεις στο νεκροταφείο για τον εκλιπόντα άνθρωπό σου, αλλά κάποιες φορές, φεύγοντας, συνειδητοποιείς ότι όση ώρα είσαι εκεί δεν τον σκέφτηκες καθόλου. Γυρνάς πίσω και ελέγχεις αν έκανες όλη τη διαδικασία, καθάρισμα, κερί, καντηλάκι, πότισμα γλάστρας, και την έχεις κάνει, αλλά δε θυμάσαι τίποτα. Σαν να δεν ήσουν εκεί!
 Σκέφτεσαι τι απ’ όλα όσα έκανες πιστεύεις και πάλι δεν είσαι σίγουρος. Αναρωτιέσαι αν έχουν νόημα όλα αυτά τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει» κι αν προσφέρουν κάτι στον άνθρωπό σου που είναι εκεί κάτω. Αν τον διαφοροποιούν, έστω και στο ελάχιστο, από τον διπλανό που δεν έκανε ακριβώς τα ίδια, ή από τον Ιάπωνα που κάηκε αντί να θαφτεί, ή από τον πολεμιστή του μεσαίωνα που πέθανε από κακουχίες σε κάποια ερημιά και τον έφαγαν τα αγρίμια.
 Και νιώθεις! Νιώθεις ξαφνικά την απουσία του και τα μάτια σου βουρκώνουν. Νιώθεις το βλέμμα του να σε κοιτά, από ένα απροσδιόριστο σημείο που πασχίζεις να ανακαλύψεις με την ελπίδα να τον δεις κι εσύ, και να σε βλέπει γυμνό από την ενδεδυμένη συμπεριφορά και επιτηδευμένα προσχήματα. Σε διαπερνά η αδιάθλαστη ματιά του και βρίσκεσαι ξαφνικά μονάχος σε μια απεραντοσύνη από ανθρώπους, που απλά ενισχύουν την αίσθηση της μοναξιάς, και κλαις σα μικρό παιδί, όπως τότε που σε τρόμαζε η καταιγίδα κι αυτό το ίδιο ειλικρινές βλέμμα ήταν το καταφύγιο που έτρεχες  να κρυφτείς.

 Τώρα όμως, η καταιγίδα της έλλειψής του σε χτυπάει αλύπητα και δεν υπάρχει κανείς, κανένα βλέμμα, καμιά αγκαλιά, ούτε ένα χέρι στο ώμο σου, για να κρατηθείς και να μην σε παρασύρει ο χείμαρρος των δακρύων που έχουν συγκεντρωθεί στα μάτια σου και απειλούν να λερώσουν την ψεύτικη ζωγραφιά που αποτελεί την πρέπουσα εικόνα σου. «Πρέπουσα!» Τόσο υποκειμενικός χαρακτηρισμός και ταυτόχρονα τόσο δεσμευτικός, για ‘σένα και για τους άλλους, ώστε συμπεριφορές και σχέσεις χτίζονται πάνω του ή γκρεμίζονται εξαιτίας του.
 Κι εσύ, που διαφημίζεις την ειλικρίνεια, το άμεσο και το απροσποίητο της συμπεριφοράς σου, διαπιστώνεις ότι κατά βάθος δεν είσαι αυτός που θα ήθελες! Είσαι αυτός που πρέπει! Και μπορεί οι πράξεις και η συμπεριφορά σου να αντιστοιχούν σε αυτό που πιστεύεις σωστό, και πρέπον στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αλλά αυτό που πιστεύεις δεν είναι αυτό που θέλεις! Σε πνίγει λοιπόν η αμφιβολία, μαζί με τα δάκρυα στα μάτια σου, για το αν είσαι τελικά τόσο ευθύς όσο οι άλλοι πιστεύουν, και την ίδια στιγμή αναρωτιέσαι για το αποτέλεσμα που θα επέφερε η αποδέσμευση του πραγματικού σου εαυτού.
 Ανακαλείς πως ξεκίνησαν όλες αυτές οι άσχημες σκέψεις να ταλανίζουν την τακτοποιημένη σου συνείδηση και θυμάσαι τον εαυτό σου, μετά από ακόμη μια μοναχική μέρα, να κοιτάς τις εισερχόμενες κλήσεις στο κινητό σου και να διαπιστώνεις ότι είναι πολύ λίγες! Λιγότερες από όσες περίμενες και πολύ λιγότερες από όσες θα ήθελες!
«Μου λείπεις!» της γράφεις ένα μήνυμα κι επιμένεις «Πολύ!» και κρέμεσαι σε μια οθόνη που σβήνει μετά από λίγο χωρίς την τόσο αναγκαία για την ψυχολογική σου επιβίωση απάντηση. Πατάς τη φωτογραφία με τα γκρίζα μαλλιά και το εξ απαλών ονύχων χαμόγελο και περιμένεις.
 «Έλα μαμά!» φωνάζεις σχεδόν και σκέφτεσαι μήπως, ολόκληρος άντρας, δεν της αρέσει που την αποκαλείς «μαμά» και όχι «μάνα». Αστραπιαία γελάς με την αφέλειά σου! Είναι η μάνα σου! Αρκεί που την παίρνεις τηλέφωνο! Δεν έχει σημασία πως θα την πεις!
 «Γεια σου αγόρι μου! Καλησπέρα!» σχεδόν σε φιλά στο μέτωπο η φωνή της. Σαν να ήξερε την πίκρα σου. Σαν να ήταν μες στο μυαλό σου πριν δυο λεπτά που πνιγόσουν σε μια κουταλιά νερό.

 «Τι κάνεις; Όλα καλά;»
«Καλά παιδί μου. Εσύ; Πως είσαι σήμερα; Τι λέει η δουλειά; Κάπως ακούγεσαι...» και κάπως έτσι, μπορείς να το φανταστείς σχεδόν, μπαίνει στο μυαλό σου και συμμαζεύει το ταλαιπωρημένο σου εγώ, με το φακιόλι στο κεφάλι και το χαμόγελο στα χείλη, όπως κάθε Σάββατο στο πατρικό σου. Κλείνεις το τηλέφωνο μετά από πέντε λεπτά ανούσιας μα και τόσο μα τόσο ουσιαστικής συνομιλίας και νιώθεις άλλος άνθρωπος.
 Το μήνυμα έρχεται «Κι εμένα μου λείπεις! Σ’ αγαπώ πολύ!»
 «Κι εγώ σ’ αγαπώ!» πληκτρολογείς βιαστικά και χαμογελάς.
Περπατάς ζωηρά μέχρι το αυτοκίνητο και διαπιστώνεις ότι πάλι δακρύζεις, αλλά το αλμυρό υγρό στα μάγουλά σου σε ανακουφίζει από την κρίση μοναξιάς που μόλις πέρασες. Οδηγείς χαλαρά μέχρι το ουζερί που σε περιμένουν φίλοι γιατί έχεις πλέον καταλάβει ότι δεν είναι η παρέα που διώχνει τη μοναξιά μα η αγάπη! Ότι είσαι μόνος μέχρι να αγαπήσεις και να αγαπηθείς!


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *