Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

"Στην πΈνα":ΕΡΩΤΑΣ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ ΚΙ ΑΠΟ ΜΕΛΑΝΙ ..ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΜΑΡΚΑΚΗ


Στην πΈνα"  ✒️✒️





"ΕΡΩΤΑΣ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ ΚΙ ΑΠΟ ΜΕΛΑΝΙ"
Γράφει η Νεκταρία Μαρκάκη




Έρωτας από χαρτί κι από μελάνι...

Πρώτη φορά ένιωθε έτσι, αυτήν την έξαψη που ζουν οι ερωτευμένοι τον πρώτο καιρό στη σχέση τους. Δεν μπορούσε να μην τον σκέφτεται, να μη χαμογελάει κάθε φορά που έφερνε στο νου το πρόσωπο του. Ακόμα μπορούσε να μυρίσει το άρωμα του. Δεν φανταζόταν ποτέ της πως ένα βιβλίο, θα της άλλαζε κυριολεκτικά της ζωή.
Ήταν μοναχική, φοβόταν τον έρωτα, την τρόμαζε. Εκείνο το βράδυ που έκανε βόλτα σ’ αυτή τη μικρή πόλη με το ποτάμι και τους καταρράχτες δεν φανταζόταν ποτέ πως θα έπεφτε, στην κυριολεξία, πάνω σε αυτή την παράξενη γυναίκα που επέμενε να πάρει ένα από τα βιβλία που πουλούσε. Δεν ήξερε κανένα τίτλο, έτσι αποφάσισε να φύγει χωρίς να αγοράσει κάτι. Όταν έφτασε σπίτι όμως, βρήκε στη τσάντα της μέσα ένα βιβλίο με ένα σημείωμα πάνω του που έλεγε: διάβασε με. Την τράβηξε σαν μαγνήτης, κι αυτό έκανε- ξάπλωσε στον καναπέ κι άνοιξε την πρώτη σελίδα, μα κάτι μαγικό έλαβε χώρα που την τρόμαξε στην αρχή. Δεν το διάβαζε το βιβλίο απλά, το ζούσε. Έτρεχε, έπεσε και έγδαρε το πόδι της, κι όταν ξύπνησε το γδάρσιμο ήταν εκεί. Τρόμαξε τόσο πολύ που δεν πλησίασε το βιβλίο για αρκετές μέρες αλλά η περιέργεια της και η ανάγκη της να μάθει τη συνέχεια της ιστορίας, υπερνίκησαν το φόνο της. Κι έτσι, μερικά βράδια μετά, πήρε μια ανάσα και άνοιξε τις σελίδες του.
Βρέθηκε σε μια ξύλινη καλύβα στη μέση του πουθενά. Έξω το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα ενώ το τζάκι μέσα, έκαιγε και ζέσταινε το χώρο. Μπροστά του, στεκόταν εκείνος, ένας όμορφος άντρας από εκείνους που χάζευε στην τηλεόραση και στα περιοδικά. Της χαμογέλασε και με δύο δρασκελιές, βρέθηκε μπροστά της. Κράτησε το πρόσωπο της στις παλάμες του πριν ακουμπήσει το χυμώδες στόμα του πάνω στο δικό της. Ανατρίχιασε ολόκληρη σε σημείο που ένιωσε τα γόνατα της να κόβονται.
«Νόμιζα πως δεν θα ξαναρθείς και κόντεψα να τρελαθώ» ψιθύρισε στο αυτί της.
«Που είμαι, ποιος είσαι;» θέλησε εκείνη να μάθει, τρομαγμένη, αλλά ανήμπορη να τραβηχτεί από κοντά του.
«Είμαι αυτό που ονειρεύεσαι». Την κοίταξε με τόσο λαχτάρα κι έρωτα που δεν το πίστεψε ούτε η ίδια. «Είμαι αυτό που χρειάζεσαι» συνέχισε χαμηλόφωνα αφήνοντας φιλιά σε όλο της το πρόσωπο.
«Πως…;»

«Έχει σημασία το πώς;» τη διέκοψε τρυφερά. «Σου δίνεται μία μοναδική ευκαιρία. Ζήσε την και μη ρωτάς το πώς».
Κι αυτό έκανε. Το έζησε κι ας ήταν τρέλα. Κάθε βράδυ γυρνούσε τρέχοντας σπίτι για να χαθεί στις σελίδες του βιβλίου. Παρατήρησε πως κάθε κεφάλαιο διαμορφωνόταν ανάλογα με τις αποφάσεις της και πως οι αμέσως επόμενες σελίδες από εκεί που σταματούσε, ήταν κενές. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, μα αναρωτιόταν και η ίδια αν ήθελε πραγματικά να δώσει μια εξήγηση σε αυτή τη μαγεία. Ήταν χαρούμενη μετά από καιρό. Ζούσε, αγαπούσε, γελούσε… τι κι αν το έκανε μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου; Ζούσε τον απόλυτο έρωτα με έναν άνθρωπο που την ήξερε καλύτερα απ’ ότι ήξερε κι ίδια τον εαυτό της.
Όμως, κάποια στιγμή, σήκωσε το βιβλίο και παρατήρησε πως οι σελίδες τελείωναν. Πενήντα τις είχαν μείνει όλες κι όλες και πανικοβλήθηκε. Έψαξε όλη τη πόλη σαν τρελή για να βρει εκείνη τη μυστήρια γυναίκα που της το είχε δώσει αλλά οι έρευνες της έπεσαν στο κενό αφού κανείς δεν την ήξερε. Αποκαρδιωμένη, γύρισε σπίτι κι άνοιξε το βιβλίο κλαίγοντας. Εκείνος, μόλις την είδε, έτρεξε κοντά της και ανήσυχος την κράτησε αγκαλιά μέχρι να ηρεμίσει.
«Ποιος σε πείραξε;» την παρακάλεσε να του πει.
«Κανείς, απλά είδα κάτι που με στεναχώρησε» απάντησε σκουπίζοντας τα μάτια της. «Τελειώνουν οι σελίδες του βιβλίου». Το βλέμμα του σκοτείνιασε αλλά κατάφερε να της δώσει ένα γλυκό χαμόγελο κι ένα φιλί που την έκανε να χάσει πάλι την αίσθηση του χρόνου. Γαντζώθηκε πάνω του. Άφησε ελεύθερο έναν λυγμό και για πρώτη φορά εκείνος δεν την παρακάλεσε να μην κλαίει. Την άφησε να ξεσπάσει μέχρι να νιώσει πως δεν είχε άλλα δάκρυα να χύσει. «Τι θα κάνουμε;» τον ρώτησε με βραχνή φωνή. «Δεν θέλω να τελειώσει, δεν το δέχομαι, πρώτη φορά είμαι τόσο ευτυχισμένη».


«Τότε δεν θα τελειώσει» απάντησε με σιγουριά και τη φίλησε στο μέτωπο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει πως αντιδρούσε με τόση αισιοδοξία. Σύντομα θα έμπαινε το τέλος που την τρόμαζε τόσο πολύ. Απομακρύνθηκε από κοντά του πασχίζοντας να βρει έναν τρόπο να μείνει εκεί κοντά του. Σε αυτόν τον κόσμο της φαντασίας ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη γιατί όλα έμοιαζαν αληθινά. Εκεί η ζωή της είχε νόημα που έκανε χρόνια να το βρει και δεν ήθελε να το χάσει.
Ένιωσε τα χέρια του να τυλίγονται γύρω της και τα χείλη του ν’ αφήνουν γλυκά φιλιά κατά μήκους του λαιμού της. Αμέσως τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν από προσμονή. Πως θα τον αποχωριζόταν;
«Το καλό με ένα βιβλίο που τελειώνει, είναι πως μπορείς να ζήσεις την ιστορία από την αρχή» ψιθύρισε στο αυτί της και εκείνη στράφηκε προς το μέρος του, με τα μάτια γεμάτα ελπίδα. «Όταν φτάσεις στο τέλος, το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι πας στην αρχή και θα ξανασυναντηθούμε. Όχι μόνο μία φορά... όσες φορές θες εσύ... εγώ θα είμαι πάντα εδώ φτάνει να μ’ επισκέπτεσαι όταν μ’ έχεις ανάγκη».



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *