Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

"Στην πΈνα": ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ & ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟΥ "ΗΔΟΝΙΚΟ", ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΖΗΚΟΣ

Στην πΈνα"  ✒️✒️

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΌΝΕΙΡΟ & ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟΥ  ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟ’’
         Γράφει ο Πέτρος Ζήκος






ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΌΝΕΙΡΟ & ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟΥ  ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟ’’


Όταν κατέλαβε και ο τελευταίος της παρέας την προκαθορισμένη του θέση στο τραπέζι, μετρηθήκαν και βρέθηκε ο αριθμός σωστός. Λοιπόν, άπαντες παρόντες. Παρασκευή βράδυ και οσονούπω αναμένονταν και οι οργανοπαίχτες, για την ώρα όμως άλλα είχανε σειρά. Ανυψώσανε τα ποτήρια τους για την επιβαλλομένη ευχή, πριν την έναρξη της τσιπουροποσίας. «Εις υγείαν». Τούτη, είναι συνήθεια παλαιά και κατά κανόνα απαράβατη. Τηρείτε δε σχολαστικά από κάθε συνεπή τσιπουροπότη. Ενίοτε, το τελετουργικό δίνατε να παραβιαστεί. Κυρίως, αν μπροστά σου, πάνω στο τραπέζι, έχεις εδέσματα σαν τα παστουρμαδοπιτάκια και όχι μόνο, της Άννας της μαγείρισσας. Πριν προλάβει το ευεργετικό κάψιμο του διαυγούς ποτού να κατακάτσει στο μέσα τους, ήρθε να προστεθεί στη παρέα και ο κάπελας ο Μανάφας. Ο οποίος κατά πως έδειχνε, ήταν προβληματισμένος τα μάλα. Μέγα και σφόδρα υπαρξιακό το πρόβλημα του. Ο προϋπολογισμός του κράτους, έπρεπε να είναι απολύτως ισοσκελισμένος, ακόμα, ει δυνατόν και πλεονασματικός. Το ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟ’’ ως επιχείρηση, όφειλε να συνδράμει στην επίτευξη του εθνικού αυτού στόχου. Προκειμένου δε να αυγατίσει τις εισπράξεις, σκέφτηκε ως λύση, να βγει δυναμικά στις αγορές και μέσω διαδικτύου για να κάνει άγρα νέων πελατών. Αυτοστιγμεί ο προβληματισμός, πέρασε σε όλους του συνδαιτυμόνες. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η συζήτηση γύρω από τη διαδικτυακή προβολή να φουντώσει. Ειπώθηκαν πολλά και διάφορα. Και το μακρύ ακούστηκε και το κοντό ειπώθηκε. Στο μεταξύ, τα πιάτα αδειάζανε το ένα πίσω από το άλλο. Το εύγευστων των εδεσμάτων είχε παρασύρει του συνδαιτυμόνες σε διατροφική κραιπάλη και προς τούτο, ευθηνή βαριά είχανε οι κυρίες της κουζίνας, πρωτοστατούντος της Άννας της μαγείρισσας. Εις τον αυτόν χρόνο, είχε σημειωθεί επιτάχυνση στο ρυθμό της τσιπουροποσίας. Κάπου ανάμεσα στο μακρύ και το κοντό, το λόγο πήρε και ο Πέτρος. Ο ίδιος πίστευε πως ότι έγραφε, κάποτε θα γινόταν βιβλίο και θα διαβαζόταν. Για να μην του χαλάσουν χατίρι, οι φίλοι του τάχα συμφωνούσαν. Έτσι κι αλλιώς, τα όνειρα ήτανε τσάμπα και δεν μπαίνανε στο λογαριασμό που χτυπούσε ανελλιπώς ο κάπελας στην ταμιακή. Γι’ αυτό και ο καθένας μπορούσε να ονειρεύεται. Άλλωστε, ένα τσιπουράδικο, είναι ο κατ’ εξοχήν  χώρος για να ταξιδέψει κανείς στο όνειρο. Ο κατά φαντασία συγγραφέας και θιασώτης του ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟΥ’’  δήλωσε την αντίθεση του στο κατά πόσο ένα τσιπουράδικο και μάλιστα σαν το ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟ’’ είναι επιχείρηση. Κατόπιν αυτού, τον λόγο έλαβε ο Αντρέας. Παλαιός λογιστής εκ των πλέων καταρτισμένων περί τα οικονομικά. «Άπαξ και συντελείτε συναλλαγή μεταξύ συμβαλλόμενων, πρόκειται περί εμπορικής πράξεως. Άρα, ο κάπελας μου φέρνει το τσίπουρο και εγώ καταβάλω το αντίτιμο. Οπότε τι έχουμε; Συναλλαγή. Κατά συνέπια επιχείρηση και ως τέτοια πρέπει να προβληθεί μέσα στο διαδίκτυο.» Τούτα είπε ο Αντρέας και διαφωνών ο Πέτρος μαζί του έγειρε μέγα θέμα που είχε ως αποτέλεσμα να διχαστεί η παρέα. Αρχικός διαφώνησαν όλοι με όλους. Προχωρώντας η κουβέντα καταλάγιασαν τα πάθη και ετέθη το ερώτημα, «Τι σόι πράγμα είναι ένα τσιπουράδικο;»

Σπαζοκεφάλιασε η παρέα για να βρει την απάντηση, ότι και να  ειπώθηκε, δεν κολλούσε στην περίπτωση. Γέμισαν για μια φορά ακόμα τα ποτήρια, κατάπιαν τις μεγάλες μπουκιές και κάπου εκεί η κουβέντα ξεστράτισε. Είναι σύνηθες, όταν στα τωρινά και στα μελλούμενα τα βρίσκουμε μπαστούνια, τότες να καταφεύγουμε στα περασμένα για παρηγοριά. Είναι επίσης παρατηρημένο, πως μια από τις παρενέργειες του οινοπνεύματος, είναι η αναμόχλευση των εικόνων του παρελθόντος. Αυτών που φωλιάζουν στα κατάβαθα της ανθρώπινης ψυχής. Μίλησαν για τα περασμένα, χιλιοειπωμένα τα είχαν άντε και μια φορά ακόμα, τι πείραζε. Κάποιος αναρωτήθηκε για το που στο διάολο είχαν κάνει το λάθος και φτάσανε ίσα με εδώ. Δεν ήθελε και πολύ να τους πάρει το παράπονο. Αγώνας χρειαζόταν και τότε, μα κάθε χρόνο που περνούσε, όλο και το κάτι παραπάνω πετύχαιναν. Όχι πολλά, λίγα πράματα ναι, μα από το μηδέν φτάνανε στο  ένα και από εκεί στο δύο και πάμε παραπάνω. Η ζωή όμως δεν περνά μόνο με αγώνες και θυσίες. Ο άνθρωπος είναι παραπονιάρικο ζωντανό, θέλει το κάτι παραπάνω. Αν δεν το ‘χει, γίνετε μαραζιάρης και δύστροπος. Αν δεν νιώσει πως χρόνο με τον χρόνο ανέβηκε ένα σκαλοπάτι παραπάνω, θα πέσει στο αλλοίμονο και το βόηθα Παναγιά μου και τότε πάει η ζήση του χαράμι. Μιλούσαν για τα περασμένα και έβγαζαν αδερφέ μου μια ευχαρίστηση άλλο πράγμα. Ανακάτεψαν και τις αναμνήσεις τους με το τσίπουρο και θαρρείς πως οι εικόνες ήρθαν και ζωντάνεψαν. Ιστορίες της θάλασσας δέσανε αρμονικά με αναμνήσεις από το βουνό και την πόλη. Θυμηθήκανε παλιούς καημούς και καρδιοχτύπια, τα χρόνια που ήταν πολύς ο μόχθος τους και ελάχιστες οι απολαβές τους. Κουβέντα στη κουβέντα, κάποιοι λάθεψαν και κάνανε κουβέντα για το τώρα, εκεί το ονειροπόλημα πήγε περίπατο. Δεν ήταν που πέσανε στα λίγα, αυτό άντε και να το παλέψεις. Το πιο άδικο όμως από όλα και εκείνο που τους τσάκιζε τα κουράγια, ήταν πως από πουθενά δεν μπορούσαν να περιμένουν μια καλοσύνη για το αύριο. Ευτυχώς, πάνω στην ώρα έφτασαν οι οργανοπαίχτες. Χόρδισαν τα όργανα και σαν ετοιμαστήκαν  μπήκαν δυνατά με ένα ντο ματζόρε.  Θαρρείς πως το πάντρεμα του τσίπουρου με τις νότες τους ξελαμπικάρισε το νου. Έπαιξε το μπουζούκι την εισαγωγή στο ζεϊμπέκικο, σειρά πήρανε τα λόγια. …..
« Πώς να βαστάξει τ’ όνειρο, πώς να στεριώσει η ελπίδα, και πώς να κάνεις προκοπή Μανούλα μου, σε τούτη τη πατρίδα.»
Σιγά, σιγά και καθώς το άσμα γέμιζε τις ψυχές με παράπονο,  άρχισαν να ξεδιαλύνουν  τι σόι πράγμα είναι ένα τσιπουράδικο. …..
«Μπροστά μου είναι ο γκρεμός, πίσω μου είναι ρέμα, ζητώ το δίκιο μου να βρω Μανούλα μου, πίσω από το ψέμα.»
Ε! το λοιπόν, ένα τσιπουράδικο είναι οι άνθρωποί του. Είναι οι μαγείρισσες στη κουζίνα που σε κάθε πιάτο βάζου το μεράκι τους. Είναι ο κάπελας με την παραμάνα στο χέρι και το καλαμπούρι του. …..
«Πούλησαν τα νιάτα μου, χάρισαν τη ζωή μου, χάρισαν και τον τόπο μου Μανούλα μου,    Καημένη μου πατρίδα. Χάρισαν’ και τον τόπο μου – μανούλα μου Για σου γλυκιά πατρίδα.»

Είναι οι παρέες που ζωντανεύουν το χώρο με την παρουσία τους. Κοντολογίς, είναι οι άνθρωποι του ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟΥ’’ και τα παράπονα τους, και είναι όλοι τους σημαντικοί κι ας μην το ξέρουν. Και αν αναρωτηθείτε εσείς που θα τύχει να διαβάσετε τούτες τις γραμμές τι σημαίνει άραγε ‘‘σημαντικός’’ στις μέρες μας, η απάντηση είναι εύκολη. Σημαντικός είναι αυτός που προσφέρει στους άλλους πολλά και λαμβάνει ως ανταμοιβή τα ελάχιστα. Σημαντικοί λοιπόν είμαστε όλοι εμείς οι θαμώνες του τσιπουράδικου.  

Αφιερωμένο στα παιδιά του  ‘‘ΗΔΟΝΙΚΟΥ’’


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ Τραγούδι : Διαμάντη Δαγιάση 
Μουσική : Μάνος Πιπεράκης 
Στίχοι : Πέτρος Ζήκος
Ενορχήστρωση : Γιώργος Σαλβάνος 
Πιάνο - ακορντεόν : Γιώργος Σαλβάνος


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *