ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ - Βιβλιων Οριζοντες

Οι συγγραφείς μας

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

ΦΑΚΕΛΟΣ: ΦΛΩΡΑ ΜΑΤΤΕ(
 Flora Matte) 

Η άποψη της φίλης μας Φλώρας Ματτέ(
  Flora Matte) για το βιβλίο

" ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ "
Αληθινή ιστορία της Μάρθας Πατλάκουτζα
Εκδόσεις Έξη


Ένα οδηπορικό ζωής του Κωνσταντή Θαλασσινού.Ένα εξαιρετικό βιβλίο με υπέροχη γραφή που συγκινεί.
Ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Κωνσταντής Θαλασσινός που η ιστορία του ξεκινά από την γέννησή του 7 Αυγούστου 1936.Κατά την διάρκεια του τοκετού η μητέρα του η Ευρυδίκη έχασε την ζωή της,αφήνοντας 3 κορίτσια και το βρέφος ορφανά.Αναλαμβάνει να τα μεγαλώσει η κυρα-Καλλιόπη η γιαγιά τους που είναι μητέρα του πατέρα τους του Νικολή Θαλασσινού,που δεν μπορεί να αντέξει τον θάνατο της γυναίκας του.Και σαν να μην έφτανε αυτό έρχεται και ο πόλεμος του 1940.Ο Κωνσταντής μεγαλώνοντας ζει και όλες τις πολιτικές αλλαγές της χωράς και επίσης βιώνει και την μαύρη περιόδο της κατοχής και αργότερα τον εμφύλιο.Διαβάζουμε στην σελίδα 92:<< Το αγόρι ένιωθε την απώλεια της μάνας σαν τιμωρία της μοίρας.Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αλλάξει και,θέλοντας και μη,είχε γίνει κομμάτι δικό του.Ο θάνατος υπήρχε στη ζωή του από τα γεννοφάσκια του και αυτό δυνάμωνε μέσα του τη θέληση για ζωή.Την παρηγοριά της μάνας που του έλειπε,την έβρισκε στην αγκάλη της γιαγιάς.Η αγάπη της ήταν βάλσαμο και χάδι στην παιδική ψυχούλα του.
Η κυρα-Καλλιόπη άνοιγε την αγκαλιά και το τσουκάλι της.Ό,τι είχε έδινε.Φίλευε ψυχές και στομάχια...Κάθε μέρα που ξημέρωνε έμοιαζε πιο δύσκολη.Επιβίωση ή θάνατος,μονάχα αυτές τις επιλογές είχαν.Θυμόταν τον Τούρκο και δεν παρέδινε το πνεύμα της.Από κείνους γλιτώσαμε.Ο Θεός είναι μεγάλος.Θα τα καταφέρουμε και τούτη τη φορά.
Φώναζε το τσούρμο των μικρών της γειτονιάς και τους μοίραζε ένα κομμάτι μπαγιάτικο καρβέλι βρεμένο με νερό που το κοβε στην ποδιά της με προσοχή.<<Ενώστε τα χεράκια σας ψυχούλες μου!>>κι ακουμπούσε στις τρεμάμενες παλάμες από μια μουκιά με προσοχή,γιατί ούτε το παραμικρό ψίχουλο δεν έπρεπε να πάει χαμένο.
Μασούλαγαν τα μικρά και χαρά ζωγράφιζε στα προσωπάκια τους,τον ήλιο.Αγαλλίαζε η καρδιά της κυρα-Καλλιόπης.Τα ορμήνευε νε είναι ευγενικά και να σέβονται τους εαυτούς τους και τους άλλους.Τα στομάχια μπορεί να ήταν αδειανά,μα οι ψυχές τους ήταν χορτάτες από καλοσύνη κι όνειρα..
<<Βάι,βάι...Ο άνθρωπος με τον καλό τον λόγο γίνεται άρχοντας και με τον άσχημο κατσίβελος (σκλάβος).Να το θυμάστε αυτό πάντα και να μην τον ξοδιάζεται αλόγιστα.Να μην ξεχνιέστε και να κρατάτε πάντα τους τρόπους σας.Η ευγένεια είναι το κλειδί που ανοίγει τις καλές τις πόρτες>>,είπε με επιβλητική φωνή κι αγνάντεψε τα αγνά ματάκια των παιδιών που άνοιξαν διάπλατα.Έγειρε το κεφάλι της η Καλλιόπη στο ξεφτισμένο ντουβάρι.Χαμογέλασε η ψυχή της και ξεκίνησε να λέει παραμύθια για δράκους,με φτερά και άλογα που πετούσαν στον ουρανό,για βασιλιάδες τρανούς και παλικάρια γενναία...>>
Βέβαια ο νεαρός Θαλασσινος έχει και άλλη μια αγάπη μεγαλώνοντας,την αγάπη για την αρχόντισσα του χωριού την ΑΙμιλία και συχνά πυκνά αποζητά την συντροφιά της αφήνοντας τους φίλους του.Εκείνη πάλι επιδη το αγαπούσε προσπαθούσε με τον τρόπο της να τον κάνει κύριο για να τον θαυμάζουν και να τον εκτιμούν όλοι.Κάποια στιγμή,κατά την διάρκεια της επίσκεψής του στο αρχοντικό ο νεαρός την ρωτά εάν ονειρεύεται.Διαβάζουμε στην σελίδα 169:<<Ονειεύεσαι ποτέ σου,κυρά;>>
Το κορμί της Αιμιλίας πάγωσε.Τα χέρια της ξάφνου έχασαν τη ζωντάνια τους και αδύναμα πλάγιασαν στο κορμί της.Μια σιωπή απέραντης αμηχανίας τους τύλιξε.
Το αγόρι,σαν είδε την αντίδρασητης αρχόντισσας,τα έβαλε με τον εαυτό του.Πώς του ήρθε να τη ρωτήσει κάτι τέτοιο;
<<Καλά μου έλεγε η γιαγιάκα μου να βουτώ τη γλώσσα μου στο μυαλό μου πριν μιλήσω,αλλά εγώ εκεί,μπουνταλάς...από λόγια δεν παίρνω>>,μουρμούρισε αδέξια.
<<Όχι,πια...>> του αποκρίθηκε με πικρία.<<Τα όνειρα είναι γι αυτούς που ελπίζουν σε κάτι>>.
<<Κυρία,συγχωρήστε με.Εγώ δεν ξεύρω τι είναι το όνειρο και γι αυτό σας έκαμα την ερώτηση.Σας ακούω να μιλάτε για μέρη άλλα και η ψυχή μου φεύγει,ταξιδεύει.Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να ζήσω όσα τραβάει η ψυχή μου,μα ξέρω πως δε θα αντέξω να μη ζήσω όσα θέλω.Αν μπορούσα,θα έβαζα σ ένα κουτί όλη μου τη ζωή.Τι ανόητος που είμαι! Χωρούν οι πόθοι σ ένα κουτί;>>
Πηγαίνει φαντάρος και γυρνόντας δεν ξέρει τί πρέπει να κάνει.Διαβάζουμε στην σελίδα 202 μια συζήτηση με τον συγχωριανό του,τον μπαρμπα-Νεόφυτο:<<Ζόρικο αντράκι είσαι,μωρέ αδερφέ.Μα άκου:Και τα ντέρτια θέλουν τον χρόνο τους Αν μπορείς να κάμεις κάτι,κάμε το,αλλιώς άσε το να πάει στο καλό>>,του αποκρίθηκε κοφτά ο γέρο-ψαράς με το άλφιτρο τσιγάρο να τρεμοπαίζειστο στόμα.Τα δάχτυλά του μηχανικά συνέχισαν να δένουν αδιάκοπα αγκίστρια και παράμαλλα.<<Η φτώχεια και η περηφάνια δε μας θέλει εμάς τα τσογλάνια της ζωής.Κάνε τα κουμάντα σου τώρα που είσαι νιος,γιατί σαν έρτεις στα χρόνια μου και γεράσεις,άνθρωπος δεν έχει αξία.Μοιάζει με ληξιπρόθεσμο γραμμάτιο...>>του είπε ο γερο-ψαράς με καρτερικότητα.
<<Σοφά τα λόγια σου,μπάρμπα.Μα κοίτα τους ανθρώπους γύρω μας.Ζούνε πίσω από τον ήλιο.Για πόσο;>>
<<Κανείς δεν ξεύρει,γιε μου.Η μόνη σιγουράντζα είναι πως ίσαμε να σβήσει το καντήλι του καθενός μας,η ανάσα θα ελπίζει και η ψυχή θα μαυρίζει>>.
Όμως και η Αιμιλία με την σειρά της του λέει στην σελίδα 205:<<Carpe diem! ( Άδραξε τη μέρα!)>>τον ορμήνεψε με πάθος η Αιμιλία.<<Άνοιξε τα φτερά σου.Τι νομίζεις πως κάνει ο αιτός;Πετάει κόντρα στον άνεμο! Στα βαριά σύννεφα βροχής δε γυρεύει καταφύγιο.Ατρόμητος ορμάει και πετάει πάνω από αυτά!>>
Αποφασίζει λοιπόν να ταξιδέψει.Διαβάουμε στο οπισθόφυλλο:<<Μπορεί να μην ήταν αυτό το όνομά του, μα όσα ψέλλισαν τα χείλη του ήταν αληθινά...
Σε ένα προσφυγικό ψαροχώρι γεννήθηκε ο Κωσταντής. Χάδι μάνας δεν γνώρισε ποτέ του, οι άγγελοι την πήραν κοντά τους μόλις άκουσαν το κλάμα του, για να του μάθουν από το ξεκίνημα τι πάει να πει ζωή... Μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κατοχή τα είχαν ονομάσει, μα ίσως θα έπρεπε να τα πουν σκοτάδι τρομακτικό. Πείνα αβάσταχτη έβρισκε τους ανθρώπους που κούρνιαζαν αδύναμα σε μια άκρη του δρόμου περιμένοντας να τους λυτρώσει ο θάνατος. Την ψυχή του στιγμάτισαν τα μάτια των νεκρών που μπροστά του έχασαν σε μια στιγμή τη λάμψη τους... Και τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει, να ζήσει τη ζωή του στ' άκρα για να σωθεί.
Δεκαετία του '60. Στα καλντερίμια της ζωής ξεκινά η Οδύσσεια της ψυχής του. Μετανάστης στη Βαυαρία. Ανθρακωρύχος στη Λιέγη. Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί. Αντρώνεται. Στύβει τον πόνο και τον μετουσιώνει σε δίψα για ζωή. Με τσέπη αδειανή και με πυξίδα το άγνωστο φτάνει στο Παρίσι. Αναζητά τον έρωτα... μα βρίσκει την αγάπη και τη γυναίκα που θα του στιγματίσει τη ζωή. Χάνεται στα μάτια της, στο βελουδένιο κορμί της, όμως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλέψει στιγμές από τη ζωή της. Όμηρος της ανεκπλήρωτης αγάπης, βρίσκει καταφύγιο στη θάλασσα. Για το κυνήγι του ενός και μοναδικού ονείρου θα ρισκάρει τα πάντα. Άραγε, η αγάπη μπορεί να νικήσει τον εγωισμό του;>>
Όμως η νοσταλγία για την οικογένειά του και την πατρίδα,τον κάνουν ν αποφασίσει την επιστροφή του.Διαβάζουμε στην σελίδα 382:<<Καλά,γιαγιάκα μου.Σε χαλώ εγώ χατίτι;Ό,τι θέλεις θα κάμω!>>της υποσχέθηκε.Βούτηξε στον κόρφο της γερόντισσας σαν να ήταν μικρό βλασταρούδι.Τόσους μήνες στα ξένα αναζητούσε τη μυρωδιά της κι όλο έψαχνε ανάμεσα στα ακριβά αρώματα και στα πατσουλιά για να τη βρει.Μάταια.Κι εκεί στην αγκάλη της,η ευωδιά της τον τύλιξε.Εισπνέοντας αχόρταγα κατάλαβε.Η γιαγιά του μύριζε αγάπη.
Κατηφόρισε στοπεριγιάλι.Το άλικο φως του δειλινού έκανε τα νερά να αστράφτουν παιχνιδιάρικα.Ο άντρας ύψωσε το πρόσωπό του.Ένιωσε ένα τσούξιμο στα μάτια από τα δάκρυα που πάλευαν να κυλήσουν.Μια αποξεχασμένη γλύκα τον πλημμύρισε<<Αυτός ο ήλιος είναι έρωτας.Μια αγκαλιά του και η καρδιά σου ανοίγει>>,αναφώνησε κι ένας σιγανός λυγμός τον τράνταξε.
Βάδισε στην καινούρια τσιμεντένια σκάλα του χωριού,που είχε αντικαταστήσει την ξύλινη.Δεμένες πιότερες βάρκες και νέοι ψαράδες είχαν πάρει τη θέση των γερασμένων.Τα προσφυγικά σπίτια είχαν γκρεμιστεί και στη θέση τους σηκώθηκαν κτίσματα από μπετόν.Αλλάζει ο τόπος μου,συλλογίστηκε και άναψε τσιγάρο.Η ματιά του ανηφόρισε στο αρχοντικό.Δίσταζε να χτυπήσει την πόρτα της.Είχε τόσα να της πει,μα ακόμα δεν ένιωθε έτοιμος.Κάθισε στον βράχο κάτω από τον λόφο και ο λογισμός το πέταξε,ανήσυχο γλαρόπουλο.Είχε ανάγκη να ξαναβρεί την ηρεμία του και να σκεφτεί το επόμενο βήμα του,να σκεφτεί το μέλλον του.Αντάμα με τα σύννεφα του ουρανού συνάβτησε το μακρινό χθες.Στο κύμα που έσκαγε στα γυμνά του πόδια αράδιασε όλα τα ντέρτια και τους καημούς του.Κάθε του σκέψη του έγινε και μια προσευχή.Κάθε ανάσα του και μια δοξασία στο Θεό,γιατί είχε ζήσει όσα ήθελε.Η ψυχή του ξαναγεννήθηκε.>>
Μέσα από την διαδρομή του Κωνσταντή μαθαίνουμε για την Κύπρο και την εισβολή των Τούρκων.Η ζωή του ένας διαρκής αγώναςκαι προσπάθεια για να πετύχει.
Η ροή της ιστορίας γρήγορη με πολλές εικόνες και μηνύματα και με μια γραφή άριστη που δεν σε κουράζει,αντιθέρως δεν θέλεις να αφήσεις το βιβλίο εάν δεν το τελειώσεις.Η ζωή του Κωνσταντή είναι ένα ζωντανό παράδειγμα ότι ο άνθρωπος πρέπει πρώτα απ όλα να τα βρει με τον εαυτό του και να μην σταματά να ονειρεέται και να αγωνίζεται για την πραγματοποίηση των ονείρων του.
Συγχαρητήρια στην Μάρθα Πατλάκουτζα για το εξαιρετικό ταξίδι που μας πρόσφερε μέσα από την γραφή της.Πραγματικά είναι ένα βιβλίο που σε συγκινεί και σε γοητεύει.Το συστήνω ανεπιφύλαχτα να διαβαστεί ,γιατί αξίζει να μπει στις καρδιές των αναγνωστών.
Πάντα επιτυχίες!!!!!!!!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου