Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

"Στην πΈνα": ΑΠΩΛΕΙΑ... ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΛΕΞΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ


Στην πΈνα"  ✒️✒️  






"ΑΠΩΛΕΙΑ"
Γράφει η Αλεξία Λαμπροπούλου 




Απώλεια...

Ακόμα ένα συννεφιασμένο πρωινό. Λιγότερο βροχερό από το προηγούμενο, αλλά εξίσου μουντό και απειλητικό. Με την μπουγάδα να καταλαμβάνει ακόμα, για ευνόητους λόγους, περίοπτη θέση στο σαλόνι μου και μια κούπα μοσχοβολιστό ελληνικό καφέ έρχομαι σε ακόμα μία ανασκόπηση.
Όλοι ανεξαιρέτως αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητα μας μεγαλύτερα ή μικρότερα αγκάθια. Τα αγκάθια εκείνα που ενδόμυχα μας κρατούν πίσω. Που μας εμποδίζουν από το να ζήσουμε το σήμερα με όλο μας το είναι και μας ποτίζουν στάλα στάλα ως τα έγκατα της ψυχής την θλίψη. Άλλες φορές τα γνωρίζουμε, τα εντοπίζουμε, και είτε τα αφαιρούμε ή επιλέγουμε να τα κουβαλάμε, εθισμένοι σχεδόν στον πόνο που μας προκαλούν. Άλλοτε πάλι αγνοούμε την ύπαρξη τους, νιώθουμε όμως έντονα και βιώνουμε τις συνέπειες τους στην καθημερινή μας ζωή, δίχως να μπορούμε να τις κατανοήσουμε και να τις εξηγήσουμε.
Το δικό μου, προσωπικό μου αγκάθι, που με συντροφεύει κάνοντας έντονα αισθητή την παρουσία του το τελευταίο διάστημα ονομάζεται απώλεια. Κι είναι η ανθρώπινη απώλεια, εκείνη ενός αγαπημένου προσώπου, που σε τρυπάει βαθιά. Και που, ακόμα κι αν καταφέρεις κάποια στιγμή να τραβήξεις και να βγάλεις το αγκάθι από μέσα σου, θα έχεις ισόβια την πληγή να διατηρεί μια πονεμένη νοσταλγία.
Μέσα σε μόλις τρεις μήνες, παρακολούθησα την πλήρη εξαθλίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Είδα έναν άνθρωπο να καθηλώνεται στο κρεβάτι, να γίνεται εντελώς ανήμπορος και πλήρως εξαρτώμενος για την επιβίωση του από τη δική μου φροντίδα. Ήμουν εκεί καθημερινά, να τον βλέπω μέρα με τη μέρα «να λιώνει στον κόσμο των ζωντανών» όπως μας έλεγαν οι θεράποντες ιατροί. Να περιμένω με λαχτάρα εκείνα τα λίγα λεπτά που θα ανοίξει τα αδύναμα μάτια του και θα μου χαρίσει ένα βλέμμα κι ίσως, αν ήμουν τυχερή, ένα ακόμα πιο αδύναμο, ένα ασθενικό χαμόγελο. Όταν μάλιστα, καμιά φορά, άκουγα έναν ψίθυρο, μία μόνο λέξη, ένιωθα ότι μου χάριζες τον κόσμο.

Ήμουν εκεί μέχρι το τέλος. Τις τελευταίες ώρες, που πλέον κάθε επαφή με τον κόσμο είχε χαθεί, παρακολουθούσα το στέρνο του να ανεβοκατεβαίνει για να ξέρω πως ακόμα ζει. Φοβόμουν το τέλος, όμως το είχα δει να έρχεται. Όταν η ανθρώπινη ζωή απαξιώνεται τόσο πολύ, τότε ίσως το τέλος μοιάζει με λύτρωση. Μια λύτρωση για τον άνθρωπο που αγαπάς και που δεν μπορείς πλέον εγωιστικά να τον κρατάς κοντά σου βλέποντας τον να βασανίζεται. Είναι εκείνη η στιγμή που η αγάπη σου για τον άνθρωπο σου υπερνικά κάθε ανάγκη σου να τον έχεις στη ζωή σου.

Σε μια στιγμή, μόλις μία στιγμή, κάθε ίχνος ζωής έφυγε κι απόμεινε το γνώριμο εκείνο κορμί να κείτεται πλέον άψυχο σε ένα ακόμα πιο άψυχο κρεβάτι στον θάλαμο του νοσοκομείου. Τα πρώτα λεπτά αδυνατείς να το συλλάβεις. Φωνάζεις γιατρούς, σε βγάζουν έξω και περιμένεις όση ώρα χρειαστεί, ελπίζοντας ότι ίσως έχεις καταλάβει λάθος. Μέσα σου όμως, βαθιά μέσα σου, εκείνη η φωνή σου φωνάζει πως το τέλος ήρθε και είναι οριστικό.
Οι πρώτες μέρες, οι πρώτες εβδομάδες ίσως, είναι γεμάτες βουή. Κόσμος που πάει κι έρχεται, υποχρεώσεις, έξοδα, γραφειοκρατία. Κι άλλος κόσμος, και συνεχώς οι ίδιες κουβέντες. Κι όλοι θέλουν να μάθουν για τις τελευταίες στιγμές, κι εσύ αναβιώνεις συνεχώς τις ίδιες εικόνες στο μυαλό σου. Στο ίδιο μυαλό που ακόμα αρνείται να πιστέψει πως όσα είδε και κατέγραψε ανεξίτηλα ήταν η πραγματικότητα κι όχι οι σκηνές ακόμα μίας ταινίας.
Αυτές οι μέρες πέρασαν, ο κόσμος αποτραβήχτηκε, βρήκε άλλο θέμα να ασχολείται και «η ζωή συνεχίζεται...». Μεσολάβησε μία γέννηση, έπειτα ένας γάμος, όλα σου δείχνουν πως μαζί με τη ζωή οφείλεις να συνεχίσεις κι εσύ. Τόσα και τόσα όμως γύρω σου σού θυμίζουν πως η απώλεια είναι εκεί. Έχει πιάσει μια θέση στην πολυθρόνα, έχει σταυρώσει τα χέρια στο στήθος και σε κοιτάζει επιδεικτικά. Σε κάθε νέο βήμα που προσπαθείς να κάνεις έρχεται να σου βάλει ακόμα μία τρικλοποδιά. Μόνο και μόνο για να σου θυμίζει αυτάρεσκα ότι είναι και θα είναι πάντα εδώ. Πως σε σημάδεψε για όσο θα ζεις.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο σημερινό συννεφιασμένο πρωινό. Τριάντα οκτώ μέρες μετά. Μα, αλήθεια, πόσο γρήγορα πέρασαν αυτές οι μέρες; Και θα περάσουν ακόμα τόσες, κι άλλες τόσες, και εκατοντάδες, χιλιάδες μέρες ακόμα προτού καλά καλά το καταλάβω. Εκείνος είναι πλέον μια –ίσως δύο ή και τρεις– φωτογραφία στο τζάκι, στο μπουφέ ή και στον πάγκο της κουζίνας. Μα, πάνω από όλα, είναι μια ανάμνηση που μένει αναλλοίωτη, ζωντανή, ζεστή στην καρδιά, το μυαλό, την ζωή και την ύπαρξη μου. Έχω αμέτρητα πράγματα, μικρές καθημερινές στιγμές, να μου τον θυμίζουν συνεχώς. Τώρα ίσως πονάει, αργότερα όμως θα με βοηθούν να τον αισθάνομαι κοντά μου. Έτσι θέλω να πιστεύω...
Κάπου εδώ αυτή η ανασκόπηση τελειώνει. Ήταν μία κατάθεση ψυχής κι ένας φόρος τιμής σε έναν άνθρωπο που αγαπώ. Τον κρατώ κοντά μου με όποιον τρόπο μπορώ. Το αγκάθι όμως αργά ή γρήγορα θα το βγάλω. Πρέπει να το βγάλω...



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *