Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

"Στην πΈνα": ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ...ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΙΜΕΝΟΣ

Στην πΈνα"  ✒️✒️


"Kαταχρηστική αγάπη"
από το Κώστα Σιμενό



Kαταχρηστική αγάπη..


Υπάρχει μια εξαιρετική σκηνή στη ταινία «Επιθυμίες στο παρά πέντε», όπου ο Μόργκαν Φρίμαν, που νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, μόλις έχει μάθει ότι του μένουν λίγοι μήνες ζωής, όπως και του Τζακ Νίκολσον, στο διπλανό κρεβάτι,  ο οποίος όμως προσπαθεί να τον πείσει να φύγουν μαζί και να ζήσουν μια λίστα με τις τελευταίες επιθυμίες τους. Να ζήσουν αυτά που δε μπόρεσαν, που δε τόλμησαν, που δεν επιδίωξαν να ζήσουν, και ποτέ δεν ένιωσαν μέχρι τότε. Να χαρούν τις τελευταίες στιγμές της ζωής τους, όπως δε χάρηκαν σε όλη τη προηγούμενη.  
Ο Φρίμαν  είναι συντηρητικός και νιώθει άβολα, πιστεύοντας ότι θα γελοιοποιηθεί στα μάτια των δικών του, αν προσπαθήσει να βιώσει τις θαμμένες επιθυμίες του σε αυτή την ηλικία. Είναι όμως η τελευταία του ευκαιρία, και πάνω που πείθεται, μπουκάρει η γυναίκα του στο θάλαμο νοσηλείας και της αποκαλύπτει  τα δυσάρεστα για την υγεία του.
Εκείνη, σοκαρισμένη, σχεδόν του επιτίθεται που δεν πήγε στο άλλο νοσοκομείο που είχε προτείνει η ίδια, και χωρίς να τον ρωτήσει, σηκώνει το τηλέφωνο για να κλείσει ραντεβού και να τον μεταφέρει εκεί.
Δε δίνει καν σημασία στις αντιρρήσεις του Φρίμαν μέχρι που εκείνος της παίρνει το τηλέφωνο από τα χέρια, εξηγώντας της ότι θα λείψει για λίγο καιρό. Η αντίδραση της γυναίκας του είναι άμεση. Δεν εγκρίνει την απόφασή του, και εκνευρισμένη του επιτίθεται  εριστικά κατηγορώντας τον ότι παραιτείται από τη προσπάθεια για την υγεία του, κι ότι εγκαταλείπει εκείνη, τα παιδιά και τα εγγόνια του για να φύγει με έναν άγνωστο τύπο, το Νίκολσον. Ο Φρίμαν της θυμίζει τις θυσίες που έχει κάνει για όλους, αλλά αυτή φεύγει έξαλλη, για να τα «ψάλλει» και στον Νίκολσον,  έξω από το θάλαμο, επειδή παρασύρει τον άνδρα της.
Δανείστηκα αυτή τη σκηνή για να αποτυπώσω μια οδυνηρή πραγματικότητα. Αυτή που κυριαρχεί στις σχέσεις δισεκατομμυρίων ανθρώπων, έχοντας τη ψευδαίσθηση ότι ζουν ή εκπληρώνουν κάποιο προορισμό για τον οποίο πρέπει να θυσιάσουν κάθε προσωπική ικανοποίηση στη ζωή τους. Και για να μη νιώθουν δυστυχείς,  ντύνουν τη πραγματικότητα και τον ζοφερό συμβιβασμό με τη λέξη «αγάπη», για να μην έρθουν αντιμέτωποι με αυτό που χάνουν. Την ομορφιά της ζωής.
Η ταινία χαρακτηρίζεται «μαύρη κωμωδία», αλλά η σκηνή μόνο κωμωδία δεν είναι.   Πάνω απ’ όλα είναι μια σκηνή που εκφράζει την αλήθεια, και το είδος της «αγάπης» που επικαλούνται τα περισσότερα μακροχρόνια συμβιβασμένα ζευγάρια.  Μια αγάπη που επικαλούνται ακόμη και γονείς για τα παιδιά τους, αποκρύπτοντας την εγωιστική της σύσταση. Αλλά για χάρη ποίου άραγε;
Τι νόημα έχει αυτή η αγάπη αν δεν έχει στόχο τη χαρά  τη ζωής σε όποιον απευθύνεται; Αν σιγά-σιγά μετατρέπεται σε μια απομόνωση που σε γεμίζει ενοχές αν κοιτάξεις ή γευτείς αυτό που λαχταράς;
Πολλοί αφελείς θα πουν ότι η γυναίκα στο έργο  δείχνει την ανησυχία της για τον άνθρωπό της. Ότι από ενδιαφέρον για κείνον αντιδρά έτσι. Από αγάπη για τον άνδρα της, με τον οποίο έζησε μια ζωή.
Κι εγώ ρωτάω. Πώς εκφράζεται η αγάπη; Με προσφορά χαράς ή με επιβολή περιορισμών;   
Η αγάπη της γυναίκας του Φρίμαν είναι το ωραιοποιημένο εγωιστικό επικάλυμμα του ιδανικού γάμου και της ιδανικής σχέσης, που φυλακίζει μέσα στους τοίχους της έναν καταναγκαστικό συμβιβασμό, που συχνά γίνεται και εκβιασμός.  Έζησαν πραγματικά, και εκπλήρωνε ο καθένας τις επιθυμίες του δίπλα στον άλλον; Είχε το δικαίωμα της επιλογής για τον εαυτό του;
Η σκηνή του έργου, η οποία είναι πολύ γνώριμη στα περισσότερα ζευγάρια κι από άλλες παρόμοιες σκηνές της καθημερινότητας, λέει όχι. Θα μπορούσε βέβαια να είναι και αντίστροφοι οι ρόλοι του ζευγαριού, χωρίς να αλλάζει η ουσία.
Τι δηλώνει η αντίδραση της γυναίκας; Ότι ακόμη και οι τελευταίες στιγμές της ζωής του άνδρα της πρέπει να τεθούν υπό τον έλεγχό  της. Μια ολόκληρη ζωή του καθόριζε, με σύμμαχο τη κοινωνία και τον θρησκευτικό μπαμπούλα, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει, ανάλογα με τις δικές της επιθυμίες και με τη δική της έγκριση.  Γιατί να μη του καθορίσει και το θάνατό του; Την ίδια στιγμή καταδικάζει και τον εαυτό της στην ίδια δέσμευση χωρίς να το καταλαβαίνει και χωρίς να μπορει να εξηγήσει τις νευρώσεις της.
Ρώτησε ποτέ τι πραγματικά ήθελε από τη ζωή του ο άνδρας της; Τι επιθυμούσε;  Όχι. Διότι αν το είχε κάνει, θα μπορούσε, ιδιαίτερα τώρα, να διαβάσει τη λαχτάρα του να ζήσει ευχάριστα τις τελευταίες μέρες της ζωής του,  και να τον προτρέψει να τις χαρεί. Αλλά δε το ήθελε χωρίς τη παρουσία της, όπως δε το θέλησε ποτέ. Σκέφτηκε τα ίδια επιχειρήματα περί κοινωνίας, συγγενών, οικογένειας, παιδιών και εγγονιών, με τα οποία τον κρατούσε πάντα αιχμάλωτο. Με τα επιχειρήματα ενός ασφυκτικού μικρόκοσμου, μέσω του οποίου κοίταζε να διατηρήσει τα «κεκτημένα» πάνω του, μήπως και ξεφύγει από την επιτήρησή της.

Στη πραγματικότητα, η χρήση της λέξης «αγάπη» είναι συχνά καταχρηστική...Η αληθινή  αγάπη πνίγεται μέσα σε δυο άλλα πιο κυρίαρχα συναισθήματα. Της «συνήθειας» και του «εγώ».  Ένας αγώνας επικράτησης είναι οι σχέσεις των περισσοτέρων ζευγαριών. Ένας «δεκάλογος» ας πούμε εγωιστικού και υποκριτικού  καθωσπρεπισμού και άγραφων νόμων. Δεν είναι έρωτας, δεν είναι επιθυμία, δεν είναι επικοινωνία, δεν είναι όνειρο, δεν είναι ομορφιά, δεν είναι προσφορά, δεν είναι συναισθηματική ελευθερία,  όπως όφειλε να είναι. Αυτό που είναι δεν θα κάνει ποτέ τον άνθρωπο ευτυχή.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *