Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

"Στην πΈνα": Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΩΝ... ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

"Στην πΈνα"  ✒️✒️



Η μοναξιά των «πλανητών»
Γράφει ο Βασίλης Μακαρίου



Η μοναξιά των «πλανητών»
Εν αρχή ην το χάος. Και τι είναι αυτό το περιβόητο χάος; Όσο δύσκολο και αν είναι να το ορίσουμε, διότι δεν έχουμε μάθει να ορίζουμε κατάσταση του τίποτα, είναι το τίποτα. Είναι το τίποτα που έχουμε το πρωί για φαγητό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δε θα φάμε το μεσημέρι. Και τότε, κάποιος, αυτός ο κάποιος που έπιασε πρώτος την άδεια κατσαρόλα,  κατάφερε αυτό το τίποτα να το σχηματοποιήσει. Ξεκίνησε, βάζοντας την κατσαρόλα πάνω στο σβηστό μάτι της κουζίνας και πρόσθεσε το νερό. Με το μάτι. Δοσομετρητής δεν του χρειαζόταν, καθώς στο τίποτα, τίποτα δε μετριέται.
Για να μπορέσει να μαγειρέψει, το επόμενο που χρειαζόταν ήταν η φωτιά. Γύρισε το διακόπτη επιτρέποντας στο καύσιμο να αρχίσει να ρέει χτυπώντας με ορμή τον πάτο της κατσαρόλας. Ένα φύσημα έμενε, ένα φύσημα που βγήκε από την ψυχή του και τότε ακούστηκε το μεγάλο μπαμ, ένα μπαμ ανάφλεξης. Όλα είχαν αρχίσει να ρεί, το νερό άρχισε να ανεβάζει θερμοκρασία και να προετοιμάζει τις φυσαλίδες του. Τα πάντα ρεί, ήταν γεγονός.

Έβαλε την τίποτα κουτάλα του μέσα στο υπάρχει νερό και άρχισε να ανακατεύει. Το νερό στροβιλίστηκε, άρχισε να δημιουργεί κοχλιωτό σχηματισμό. Του άρεσε. Έμοιαζε με παιχνίδι. Έβγαλε την κουτάλα και παρακολούθησε το στροβιλισμό, όπως αυτός τον ώθησε. Μαγεύτηκε. Άρχισε να παίζει με αυτό. Στην ίδια αμέτρητη κατσαρόλα, έφτιαξε κι άλλους, κι άλλους, κι άλλους σχηματισμούς. Μια υπέροχη ιδέα κατέφθασε, δεν ήταν μόνο το καύσιμο κάτω από την κατσαρόλα που παράγει ενέργεια, αλλά είναι και η κίνηση, η κίνηση των δικών του σχηματισμών. Το τεχνητό καύσιμο θα εξαντλούνταν κάποια στιγμή. Έτσι αποφάσισε να το αντικαταστήσει με αυτό το νέο καύσιμο. Φύσηξε και διέταξε την ελεύθερη περιστροφή για πάντα. Γαλαξίες τα ονόμασε.
Το είχε αποφασίσει. Χυλό ήθελε να φτιάξει εκείνη την δική του ημέρα. Ένα χυλό δικών του υλικών. Σήκωσε το αόριστο χέρι του και πήρε από το εκεί πουθενά το κύριο υλικό του. Τη σκόνη του. Γνώριζε πως για να μη σβολιάσει θα έπρεπε να ανακατεύει και ταυτόχρονα να ρίχνει μέσα στο κοχλασμένο νερό το υλικό του, αλλά αυτό θα μπορούσε να χαλάσει τους κοχλιωτούς σχηματισμούς που τον είχαν κυριολεκτικά μαγεύσει. Έτσι, αποφάσισε να το ρίξει χωρίς ανακάτεμα και ό,τι γίνει. Η σκόνη όμως, δεν διαλύθηκε όπως θα επιθυμούσε. Σε κάποια σημεία είχε δημιουργήσει μικρές μπαλίτσες. Το φαγητό του φημισμένου σεφ κινδύνευε με καταστροφή. Και τότε, του ήρθε μια άλλη ιδέα. Αντί να βάλει την κουτάλα να μαζέψει τις μπαλίτσες, εκείνος έπιασε από το νου του, τους δικούς του μαγνήτες. Για να τους ξεχωρίζει από τις υπόλοιπές μπαλίτσες, τις λαμπάδιασε με φωτιά ονομάζοντάς τες, ήλιους.

Οι ήλιοι του έκαναν την δουλειά τους. Μάζεψαν γύρω τους όλες τις σβολιασμένες μπάλες σκόνης. Το παιχνίδι ήταν τόσο όμορφο! Δε μπορούσε να αντισταθεί. Έσπρωξε τους μαγνήτες του σε σημεία ώστε να αλληλοεπιδρούν ο ένας με τον άλλο, και τότε, τότε άρχισαν οι μικρές μπαλίτσες σκόνης να περιστρέφονται γύρω από τον φωτεινό τους μαγνήτη. Και μπορεί το φαγητό του να είχε σβολιάσει, αλλά εκείνος αποσβολωμένος κοίταζε και θαύμαζε αυτό που δημιουργούσε, σαν άλλος καλλιτέχνης που αφήνεται στην αόριστη δύναμη της έμπνευσης. Είχε πάρει απόφαση εκείνες τις μπαλίτσες να τις ονομάσει πλανήτες.
Και τότε κοίταξε, και κάτι, κάτι, δεν τον ικανοποιούσε. Ένιωθε την θλίψη των δημιουργημάτων του. Ενώ κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο μεγάλα, παρέμεναν θλιμμένα καθώς τα είχε καταδικάσει στη στέρηση επαφής. Έπρεπε κάτι να κάνει, έπρεπε να παρέμβει. Ήξερε από τον εαυτό του πως το μόνος είναι καταδίκη. Και έτσι δημιούργησε νέες μικρότερες μπαλίτσες, για να έχουν τα δικά τους ταίρια… αλλά και πάλι δεν ήταν δυνατόν να έρθουν σε επαφή, θα κατέστρεφε την ομορφιά που είχε φτιάξει. Δεν μπορούσε όμως να τις αφήσει να γίνουν και αυτές νέοι και μόνοι πλανήτες γι’ αυτό, τις έβαλε να περιστρέφονται γύρω από τους άλλους πλανήτες, για να έχουν, έστω αυτή την συντροφιά. Φεγγάρια τα ονόμασε.
Και οι μπαλίτσες, οι μικρές από σκόνη γεννημένες μπαλίτσες, όλο και μεγάλωναν. Χώρος υπήρχε, χώρος δίχως όρια, χώρος για τα πάντα που είχαν κεκτημένη ροή. Αλλά το παιχνίδι, το τόσο εξωσυμπαντικά  και όμορφα πλασμένο, είχε αρχίσει να γίνεται μονότονο. Το κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, δεν ικανοποιούσε τον σεφ, αντιθέτως, η μοναξιά των πλανητών του δημιουργούσε και σε εκείνον θλίψη. Ήξερε πως τα δημιουργήματά του έχουν αποκτήσει τόση ισχύ που αν έρθουν σε πραγματική επαφή, θα υπάρξει σύγκρουση και άρα καταστροφή. Έπρεπε κάτι άλλο να κάνει, ώστε να διορθώσει, το λάθος της μοναξιάς που είχε προκαλέσει.
Υπήρχε και κάτι άλλο. Κάτι που έπρεπε να επιλύσει άμεσα. Κάτι που τυχαία, θα γινόταν η απαρχή διαγραφής της μοναξιάς. Ποιος σεφ θα ήταν ικανοποιημένος αν έφτιαχνε μονάχα χυλό σε ένα άδειο ανύπαρκτο εστιατόριο; Η νέα απόφαση του, τον καλούσε να δημιουργήσει τα υλικά για νέες συνταγές. Αποφάσισε ταυτόχρονα, να δημιουργήσει και υλικά για την κατασκευή των άπειρων εστιατορίων του. Χλωρίδα και πανίδα τα ονόμασε.
Άθελά του, το αντίδοτο του λάθους του ήταν έτοιμο και δεν ήταν άλλο από την δημιουργία των δικών του τροφίμων. Αυτή τη φορά είχε αποφασίσει να μην ορίσει την κίνηση, όπως είχε προκαλέσει ο ίδιος στους γαλαξίες και στα ηλιακά συστήματα, αλλά να εκμεταλλευτεί μονάχα την ενέργεια που θα παρήγαγαν, μέσω της ελεύθερης κίνησής τους στο πλέον υπαρκτό τίποτα. Στο πάνω μέρος τους, το τελευταίο άκρο του κεφαλιού τους, δημιούργησε και ένα όργανο αντίγραφο των δικών του συμπάντων, όργανο που τους επέτρεπε να έχουν, αυτό που ονόμασε Ελεύθερη βούληση.
Τα δημιουργήματά του είχαν το σχήμα που ο ίδιος θα επιθυμούσε για τον δικό του εαυτό. Είχαν τα συναισθήματα που ο ίδιος θα επιθυμούσε για τον δικό του εαυτό. Έπρεπε να τοποθετήσει και με κάποιο τρόπο αυτά τα νέα δημιουργήματά του, πάνω στους πλανήτες και όχι γύρω όπως έκανε με τα φεγγάρια. Ήταν αυτό που πρόσεξε περισσότερο από όλα. Έπρεπε να πατήσουν πάνω στην επιφάνεια των πλανητών, ώστε να σιτιστούν εκεί, στα δικά του εστιατόρια. Έτσι, οδηγήθηκε στη δημιουργία των αισθήσεων, για να μπορεί η βαρύτητα, η δύναμη του στροβιλισμού και του χρόνου, να κρατήσει το υπαρκτό σε ροή.
Δυστυχώς όμως, υπήρχε και κάτι που δε σκέφτηκε. Ή μήπως σκέφτηκε αλλά επέτρεψε το δικαίωμα της επιλογής; Ο υλισμός κρύφτηκε μέσα στην ελεύθερη βούληση και αναπαρήγαγε τον εαυτό του ως το μόνο υπαρκτό, επιβάλλοντας μάλιστα και τη διαγραφή της αρχής και του τίποτα.
Έτσι, τελικά, αντί να παράγουμε την τροφή που συντηρεί την παραγωγή της δικής μας τροφής, όπως εκείνος την υλιστικοποίησε, εμείς συσσωρεύουμε ενέργεια με σκοπό να γίνουμε πλανήτες. Πλανήτες που ένας περιστρέφεται γύρω από τον άλλο, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο ανυπαρξίας επαφών που μπορεί να προκαλεί η μη συμβατή με το όλων ζωή μας. Αδιαφορώντας για την ενέργεια που χρειάζεται η συγκράτηση στο υπαρκτό η ψυχή μας, λες και η ενέργεια αυτή θα είναι για πάντα εάν εμείς δεν συμμετάσχουμε στην παραγωγή της.
Στο εστιατόριο εκείνου, υπάρχει και κατάλογος, κατάλογος τροφών με κοστολόγηση επιπέδου αχρήματου τίποτα. Στο τίποτα, γιατί ναι, το υπαρκτό ζει μονάχα μέσα στο τίποτα, δεν υπάρχει η έννοια χρήμα. Στην υπαρκτοποίηση του τίποτα, πληρώνεις με πράξεις. Με πράξεις καλοσύνης και αγάπης. Είναι καιρός να αρχίσουμε να επιβεβαιώνουμε την ύπαρξή μας μέσω των επιλογών μας. Να γεμίσουμε το αμέτρητο πουγκί του τίποτα με ενέργεια τόση, όση να μη κινδυνεύουμε να καταστραφούμε από τις δήθεν σχέσεις μας. Άλλο επαφή και άλλο περιστροφή γύρω από την τεχνηέντως μαγνητική μπαλίτσα μας.


 ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *