Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

"Στην πΈνα": ΕΛΛΗΝΑΣ Ο ΑΠΩΝ, ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΙΡΑΝΤΑ ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΗ


Στην πΈνα"  ✒️✒️  



"ΕΛΛΗΝΑΣ Ο ΑΠΩΝ"
Γράφει η Μιράντα Χρυσομάλλη
(μία επιστολή)          
                                       





'Ελληνας ο Απών..

Αγαπημένη μου χώρα..
Ελλάδα των ιστορικών επετείων, των αναρίθμητων ηρώων κι ενοχών μου.
Ελλάδα του 'Ομηρου, του Πλάτωνα,του Κολοκοτρώνη, του Ελύτη,
του Παρθενώνα, των ορφανεμένων Καρυάτιδων και των αναρίθμητων
κλεμένων θησαυρών μου.
Σου γράφω για πρώτη και τελευταία φορά, όχι γιατί έχω κάτι
χαριτωμένο ή έξυπνο να σου πω, αλλά γιατί μόλις είδα ένα πολύ όμορφο
όνειρο παρότι δεν κοιμόμουνα. Αμέσως θυμήθηκα ότι αυτό πρέπει να εννοούσε
ο Αριστοτέλης όταν ρωτήθηκε για το ''τι είναι ελπίδα'':
''Το όνειρο ενός ξυπνητού ανθρώπου''

Μάθε ότι από μικρός σε θαύμαζα..ήταν το πιο φυσιολογικό
και αυθόρμητο συναίσθημα που ανακάλυψα στην ύπαρξή μου μετά
την αγάπη για την μάνα.
Πάντα σε θυμάμαι θαλασσοντυμένη να κυνηγάς αφρισμένα
βότσαλα ολόγυμνη ενώ οι εραστές των ηπείρων σκοτώνονταν
για έναν χορό μαζί σου στο σκοτάδι..
Κοιτούσα και σαν Ολύμπια θεά σε θαύμαζα
Τις ώριμες καμπύλες που όλοι λάτρευαν και όλοι κατά
βάθος φθονούσαν.
Τα εβένινα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη
'Ολοι επιδίωκαν το ίδιο..να σε ΚΑΤΑΚΤΗΣΟΥΝ!
Δεν ήξεραν ότι γυναίκες σαν κι εσένα δεν γίνονται κτήμα κανενός!

Τι τέσσερις τοίχοι τι εκατό. Αν είναι να μην αντικρύζεις κατάματα θάλασσα,
ήλιο και ουρανό, είσαι νεκρός εν ζωή. Τρομακτικό.


Πέρναγαν τα χρόνια. Μεγάλωνα.
Μάθαινα και ξεμάθαινα μα όλο μεγάλωνα.
Ψήλωσα πολύ και ξεμάκραιναν από εδώ πάνω τα παιδικά θαύματα.
Ξεθώριαζαν τα όνειρα.
Χωρίς να καταλαβαίνω η αδαής το γιατί, με απογοήτευες που ενώ ήσουνα
τόσο μεγάλη σου συμπεριφερόντουσαν όλοι σαν μικρή.
Δεν έριχνα το φταίξιμο στον φταίχτη αλλά σ'εσένα που δεν αντιδρούσες.
Δεν έδειχνα με το δάχτυλο τον δολοφόνο με τους άπειρους ηθικούς
αυτουργούς αλλά το θύμα, γιατί απλούστατα αυτό ήταν το πιο εύκολο.
Και μιά που σε μοιραζόμουνα πια με τον καθένα, εξοργιζόμουν
όσο δεν έπαιρνε
Λοιπόν, τότε σε άφησα στην τύχη σου!..ή καλύτερα στην ατυχία σου.
Ομολογώ! Εγώ σε καταδίκασα!
Τσούρμο τα πειρατικά με τους θησαυρούς σου φορτωμένους
τα βράδια στα κρυφά. Εκεί κι εγώ!
Παίρνουν οι άλλοι, να πάρω κι εγώ. Τι, οι άλλοι πιο έξυπνοι είναι;
Μαράζωνες. Ρήμαζες.
'Ωσπου το γαλάζιο έγινε γκρι από θλίψη.
Σε άφησα αβοήθητη μα με συγχώρησες.
Πείνασες. Σε άφησα νηστική.. κι αυτό μου το συγχώρησες!
Πονούσες παντού. Σε άφησα αχάιδευτη και νομίζω τότε είδα  ένα δάκρυ
που τό'κρυψες κι αυτό μην στενοχωρηθώ.


Αργοπέθαινες από φτώχια και κρύο αλλά ξαφνικά.. εγένετω θαύμα!
Κέρδισες στο χρηματιστηριο-μιά καινούρια ανθρώπινη εφεύρεση-πάρα πολλά χρήματα.
Πέσαν πάνω σου να τα φάνε. Πάλι εκεί εγώ.
Τρέχαν συγγενείς εξ'αίματος κι εξ'αγχιστείας, τρέχαν προικοθήρες,
πώς να λείψω;
Μέχρι που έμεινες με δυό σκισμένα ρετάλια κι ένα παγωμένο δάκρυ
σαν μάλλινη εσάρπα
Ακόμη και τότε όμορφη ήσουν..νευρίαζα!
Μιά μέρα, έτσι για πλάκα σε βίασαν κάτι κωλόπαιδα της γειτονιάς
μπρος στα μάτια μου.
Εγώ παρακολουθούσα τρώγοντας σπόρια.
Μα τα σπόρια κάποτε τελείωσαν. Το μαρτύριο σου δεν έλεγε να τελειώσει.
Με λίγες αργοπορημένες τύψεις επιτέλους αποφάσισα:
Σου έκλεισα τα μάτια μην με αναγνωρίσεις στους θεατές
και το στόμα μην φωνάξεις κανένα ''σ'αγαπώ'' πάλι και με τρελάνεις.
Τέλος σε εγκατέλειψα οριστικά.
Δεν πάλεψα με τα τέρατα γιατί ήμουν ένα από αυτά.
'Εφυγα πια, δεν άντεχα ότι μ'αγαπούσες ακόμη και τότε..ούτε που
μ'ένοιαζε το γιατί.
Είπα δεν θα σε ξαναδώ μιάς που ήμουν λιποτάκτης, μα γύρισα.
'Οχι από λύπη μα τώρα είχα μεγάλη περιουσία πια και οι λιποτάκτες με
τριάντα χρυσά αργύρια αγοράζουν ακόμα την ελευθερία τους.
Βοήθησαν στα ξένα κάποιοι άσπονδοι φίλοι σου.
Μιά που είχες ανάγκη την φιλανθρωπία μου -έτσι μου είπανε οι 'φίλοι'-
γύρισα. Μόνο γενναιόδωρος δεν υπήρξα απέναντί σου.
Αυτό ήταν, δεν είχες αλλάξει καθόλου. Η ίδια όμορφη μάγισα όπως πάντα!

Τότε ακριβώς σε μαχαίρωσα από πίσω! 'Ενα βράδυ με κόκκινο φεγγάρι σαν αίμα!
Την ώρα που βοηθούσες κάτι βρωμοπρόσφυγες που ναυάγησαν στα νερά σου!

Αμέσως ήρθαν και σε πήρανε κάτι τύποι παράξενοι διαφορετικής εθνικότητας όλοι
που φορούσανε όμως συμπτωματικά τα ίδια ρούχα,το ίδιο χαμόγελο και είχαν το ίδιο όνομα!
Δεν ακούγεται τρελό;
Κι εγώ σ'έναν καθρέφτη που κοιτάχτηκα λίγο αργότερα την ίδια κοψιά είχα.
'Ενιωσα άρρωστος. Είχα πάψει τώρα τελευταία να διασκεδάζω με όλα αυτά
άσχετα αν δεν σε θαύμαζα καθόλου!
Τόσο πόρνη που είχες καταντήσει τι να θαυμάσεις πιά;

Δεν θα σε κουράσω άλλο. Λίγο ακόμα κάνε υπομονή, τελειώνω.
Μιά συννεφιασμένη μέρα βρήκα στην σοφίτα του πατρικού μου
κάτι σκονισμένα βιβλία που είχες υπαγορέψει όταν ακόμα ήσουν
μικρό κορίτσι σε κάποιους αρχαίους προγόνους μου.
Αναφερόσουν σε ΜΕΝΑ!! ΤΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟ! Και με τα δύο μου ονόματα!
Και καλά, το ένα το πήρα με το που γεννήθηκα, αλλά το άλλο.. το άλλο
πού το ήξερες; Αφού δεν υπήρχα καν!  ΕΛΛΗΝΑΣ ο Απών!
Τα διάβασα όλα, με βρήκε το ξημέρωμα μουσκίδι στον ιδρώτα και το κλάμα.
Μέσα σε μία νύχτα τα κατάλαβα όλα!
Κατάλαβα ποιός ήμουνα! ΤΙ σου ήμουνα!

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ που έχασε μεγαλώνοντας το φως, την αθωότητα από την ψυχή του.
Δεν το γνώριζα, σου μιλάω ειλικρινά. Για πρώτη φορά σου μιλάω ειλικρινά!
Η καρδιά μου εξοστράκιζε πια τα δάκρυα στα φλεγόμενα βουνά με μανία.
Μα τι περίμενα; Να σβήσω τέτοια πυρκαγιά μέσα σε μιά νύχτα;
Σπάραξα! μα οι αστραπές δεν λυπούνται κανένα δέντρο
ακόμα κι αν έχει αιώνες η καμπούρα του και ρίζες από σίδερο το χώμα του.
Τέλος ήρθαν οι κεραυνοί..αχ, ευτυχώς οι κεραυνοί άδειασαν την σκέψη μου
πριν τολμήσει να κοροιδέψει ακόμη μιά φορά τις λέξεις.



Σήμερα παρακολούθησα την μαθητική παρέλαση για την επέτειο του '21 τυχαία.
Εκεί, στα μάτια μιάς μαθήτριας διμοιρίτισας,είδα το βλέμα της Μπουμπουλίνας
αγκαλιασμένο με την φλόγα της Ηρούς Κωσταντοπούλου και ράγισα!
Αυτό είναι το όμορφο όνειρο που σου έλεγα, η ελπίδα.
Αναρωτιέμαι..
'Αραγε, πόσο πυκνό είναι το σκοτάδι όταν κάποιος την ώρα που ξυπνήσει από
εφιάλτη πει να το τσιμπήσει μ'ένα μικρό ασημένιο αστέρι;
Ποσο δυνατό  το αδύνατο, όταν δεν του γυρίζεις πλάτη;
Πόσο όμορφη η ζωή όταν όμορφα είναι τα μάτια που την φιλοτεχνούν;
Μήπως ο φόβος τελικά εκτός από χάσιμο χρόνου είναι και μία πολύ βολική
αποφυγή ευθυνών;
                                       
Τέλος (ή μήπως Αρχή;)                                             

Υ.Γ.
Αγαπημένη μου χώρα Ελλάδα,να κάψεις την επιστολή αυτή
αφού την διαβάσεις με το σπίρτο που εσωκλείω
Αν μπορείς με αυτήν την φωτιά, γέννησε έναν καινούριο κόσμο
χωρίς ανθρώπους σαν εμένα
Χωρίς 'Ελληνες Απόντες!


Henry Miller
(Στην Ελλάδα σου ’ρχεται η επιθυμία να λουστείς στον ουρανό,
να πετάξεις τα ρούχα σου και να πηδήξεις στο γαλάζιο.
Θέλεις να αιωρηθείς στον αέρα σαν άγγελος ή να ξαπλώσεις
ακίνητος στο γρασίδι, να χαρείς με αυτό τον καταπληκτικό τρόπο,
αυτή την έκσταση.
Πέτρα κι ουρανός εδώ παντρεύονται.
Είναι η αιώνια αυγή του ξυπνήματος του ανθρώπου.)


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *