Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

"Στην πΈνα": ΠΟΥΦ, ΓΡΑΦΕΙ Η ΧΡΥΣΑ ΜΙΣΚΟΥ


Στην πΈνα"  ✒️✒️


"ΠΟΥΦ"
Γράφει η Χρύσα Μίσκου 







"ΠΟΥΦ"

Δεν πίστευε στη μαγεία. Ήταν προσγειωμένη, σοβαρή και ρεαλίστρια. Και τώρα έπρεπε με κάποιο τρόπο να εξηγήσει στην πεντάχρονη κόρη της ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπήρχε στην πραγματικότητα και πως οι νεράιδες που ισχυριζόταν ότι ζούσαν κάτω από τα λουλούδια του κήπου δεν ήταν αληθινές.
   Θυμόταν όμως πως ένιωθε και η ίδια σαν παιδί, όταν πίστευε ακόμα και ο κόσμος της ήταν πιο όμορφος, πιο φωτεινός. Όλο αυτό έσβησε απότομα και τραγικά όταν έχασε τον πατέρα της. Η μαμά της βυθίστηκε στη θλίψη τότε και όλα τα πράγματα γύρω της άρχισαν σιγά σιγά να χάνουν τα χρώματά τους, να γίνονται γκρίζα.
   Ο αγαπημένος της φίλος τότε ήταν ο Πουφ, ένα μικρό τζίνι. Εμφανιζόταν μόνο σε αυτήν φυσικά, δεν μπορούσε να τον δει κανένας άλλος. Έπαιζαν ατελείωτες ώρες μαζί, της έλεγε ιστορίες από τις πολλές χώρες που είχε επισκεφτεί, την έκανε να γελάει όταν ήταν στενοχωρημένη και όταν ήθελε κάτι πολύ, πάρα πολύ, έκλεινε τα μάτια του σφιχτά, κουνούσε το κεφάλι του λίγο περίεργα, προς το πλάι και πραγματοποιούσε την ευχή της. Αυτή ήταν άλλωστε η δουλειά των τζίνι.
   Ο Πουφ φορούσε ένα μπλε, φαρδύ σαλβάρι και ένα τεράστιο κίτρινο καπέλο. Κάθε φορά που κουνούσε το κεφάλι του για να πραγματοποιήσει κάποια από τις ευχές της, τον κοίταζε έκπληκτη με τα μάτια γουρλωμένα, περιμένοντας να πέσει και να δει επιτέλους τα μαλλιά του. Δεν τα είχε δει ποτέ της, αλλά θα έβαζε στοίχημα ότι ήταν κόκκινα και φουντωτά. Κι όμως, το μικρό τζίνι τα κατάφερνε τόσο καλά στην ισορροπία – ήταν και πολύ σπάνιες οι φορές που της εκπλήρωνε κάποια ευχή – που το τεράστιο καπέλο δεν έπεσε ποτέ και έμεινε με την απορία.
   Κάποια μέρα ο Πουφ της είπε πως έπρεπε να φύγει. Ότι αυτή είχε μεγαλώσει πια και πως τώρα τον χρειαζόταν κάποιο άλλο παιδάκι. Το μισούσε αυτό το παιδί που της είχε κλέψει τον φίλο της. Οι μαγικοί φίλοι δεν θα έπρεπε να είναι δανεικοί, θα έπρεπε να σε συντροφεύουν για πάντα, να μοιράζονται τον πόνο και τη χαρά σου και να σου συμπαραστέκονται.

   
Θα ένιωθε πολύ καλύτερα αν είχε κοντά της τον Πουφ για να του λέει τη στενοχώρια της όταν πέθανε ο μπαμπάς και η μαμά έκλαιγε όλη μέρα. Έκλαιγε και αυτή τότε, πολύ συχνά. Μέχρι που αποφάσισε ότι το κλάμα δεν την ωφελούσε σε τίποτα, έπρεπε να σκληρύνει και να μάθει να αποδέχεται την απώλεια. Ήταν δύσκολο, όμως με τον καιρό συμβιβάστηκε με την ιδέα πως όσοι αγαπούσε θα την εγκατέλειπαν.
   Αφού λοιπόν έφυγε ο Πουφ, τον ακολούθησε ο μπαμπάς. Λίγα χρόνια αργότερα η μαμά και τελευταίος ο Νίκος. Αυτός βέβαια δεν πέθανε, προς Θεού, νέος άνθρωπος ήταν. Απλά της ανακοίνωσε ότι δεν την αγαπούσε πια. Πως είχε βρει μια άλλη γυναίκα και ήθελε να ζήσει μαζί της. Αυτό είχε γίνει πριν από τέσσερα χρόνια ακριβώς. Και πάλι δεν είχε κλάψει, δεν είχε απελπιστεί. Γιατί πλέον στη ζωή της υπήρχε η Μάγια, το πεντάχρονο αγγελούδι της που στεκόταν αυτή τη στιγμή μπροστά της και την κοίταζε στα μάτια περιμένοντας την απάντησή της.
   «Πες μου μαμά, υπάρχει Άγιος Βασίλης;»
   Όχι, ήθελε να της πει. Όχι, όχι, όχι. Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Εγώ είμαι που βάζω το δώρο σου κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο κάθε χρόνο. Εγώ τρώω τα μπισκότα και πίνω λίγο από το γάλα αν και το σιχαίνομαι. Και κάνω τις πατουλιές με την άχνη δίπλα στο δέντρο αν και ξέρω πως θα κολλήσει στο χαλί και θα δυσκολευτώ να το καθαρίσω μετά. Ούτε νεράιδα των δοντιών υπάρχει. Εγώ είμαι που περιμένω να κοιμηθείς και χώνω τα χέρια μου κάτω από το μαξιλάρι, απαλά για να μη σε ξυπνήσω. Που ψάχνω για το πεσμένο δόντι, το παίρνω και σου αφήνω ένα ευρώ. Κούνελος του Πάσχα; Όχι, ούτε και αυτός. Εγώ είμαι που βγαίνω αξημέρωτα και παραχώνω πλαστικά αβγά στον κήπο για να τα βρεις και να χαρείς. Και μετά τα αντικαθιστώ με σοκολατένια. Δεν υπάρχει μαγεία, εγώ είμαι πίσω από όλα.
   Κοίταξε τη μικρή της σοβαρά, πήρε βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε να το πει αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.
   «Και βέβαια υπάρχει αγάπη μου… Ζει όλο το χρόνο στον Βόρειο Πόλο, στο μικρό σπιτάκι του μέσα στα χιόνια και ξεκουράζεται όσο τα ξωτικά του ετοιμάζουν τα δώρα για τα παιδιά. Έρχεται στα σπίτια μας μόνο τα Χριστούγεννα. Δεν θυμάσαι πέρυσι που ήρθε και έφαγε τα μπισκότα; Ήπιε και το γάλα και σου άφησε την κούκλα που του ζήτησες».
  
Τα μάτια της μικρής έλαμπαν. Θα την άφηνε για λίγο ακόμα να ζει μέσα σε αυτό το όμορφο ψέμα. Δυστυχώς κάποια στιγμή η ίδια η ζωή θα την ανάγκαζε να προσγειωθεί απότομα. Δεν υπήρχε μαγεία, αλλά θα την άφηνε να το ανακαλύψει μόνη της.

«Και νεράιδες; Υπάρχουν νεράιδες;» Της έκανε μια αγκαλιά και αφού απομακρύνθηκε για λίγο, έκανε ένα γύρω χορεύοντας και η ίδια σαν μικρή νεραιδούλα. Μύριζε σοκολάτα και χώμα από τα παιχνίδια της στην αυλή.
  

   «Έτσι νομίζω αν και δεν έχω δει ποτέ μου καμία. Εκτός από εσένα μικρή μου νεράιδα!» Έκανε να την πιάσει αλλά η μικρή γέλασε και έτρεξε και πάλι προς τον κήπο. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε και κοίταξε δίπλα της σαν να βρισκόταν κάποιος εκεί.
   «Είδες που σου είπα Πουφ;» ψιθύρισε. «Η μαμά τα ξέρει όλα!»



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *