'ΤΟ ΠΟΤΗΡΟΠΑΝΟ", ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΙΡΗ ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ - Βιβλιων Οριζοντες

Οι συγγραφείς μας

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

'ΤΟ ΠΟΤΗΡΟΠΑΝΟ", ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΙΡΗ ΚΟΝΤΖΟΓΛΟΥ


Στην πΈνα"  ✒️✒️

 "Το ποτηρόπανο"
της Μαίρης Κόντζογλου





"Το ποτηρόπανο"

Το λάδι από το τηγάνι πετάχτηκε. Καυτές πιτσιλιές λέρωσαν τα πλακάκια της κουζίνας, λέκιασαν το κατάλευκο ποτηρόπανο που κρεμόταν από μια πλαστική κρεμαστούλα-πασχαλίτσα, της έκαψαν δυο δάχτυλα, το αριστερό μάγουλο ακριβώς στο σημείο που βούλιαζε όλο νάζι –  ‘Τι όμορφα λακκάκια!’ της έλεγαν όταν ήταν μικρή, και όταν ήταν νέα της το’λεγαν, τώρα πια τίποτα… - , έκαψαν και το βλέφαρο του δεξιού ματιού, ασυναίσθητα θα το είχε κλείσει και έτσι δεν τηγανίστηκε η διασταλμένη κόρη που σαν σε όνειρο έβλεπε όσα διαδραματιζόταν. 
Σιχτίρισε την ώρα και τη στιγμή, πήγε ως το ντουλαπάκι του μπάνιου που φιλοξενούσε τα χάπια της και έναν καθρέφτη θολό και χαραγμένο από τα χρόνια,  ακριβώς όπως και τα μούτρα της, είχε κοκκινήσει το βλέφαρο, και το λακκάκι που τώρα ήταν μια ακόμη ρωγμή στο μάγουλο και εκείνο είχε κοκκινήσει.

Τι ώρα θα φάμε; Γρύλλισε ο άλλος από το καθιστικό που καθόταν με τα σώβρακα και έβλεπε τηλεόραση με τον ανεμιστήρα να χτυπάει κατευθείαν στα αχαμνά του. Ήταν μεγάλα βλέπεις και ίδρωναν.

Γύρισε στην κουζίνα, το ποτηρόπανο ήθελε πλύσιμο, η πασχαλίτσα της – πόσο τις αγαπούσε από μικρή…- , χρειαζόταν σαπούνισμα και τις πιπεριές στο τηγάνι ίσα που τις έσωνε. 

Έκαψα το φαΐ…., του φώναξε άψυχα, η δράση των αντικαταθλιπτικών ατονούσε όλο και πιο γρήγορα, τίποτα δεν την έπιανε πια. Έκαψα το φαΐ, το ποτηρόπανο, την πασχαλίτσα και τα μούτρα μου…

 Άκουσε τις βρισιές του, τις κατηγόριες πως ήταν μια άχρηστη, μια χαπακωμένη και τις γυμνές πατούσες που έτρεχαν στο μωσαϊκό του διαδρόμου, όταν πεινούσε, αν το φαΐ καθυστερούσε έστω και ένα λεπτό, γινόταν θηρίο.

Πήρε το τηγάνι και το άφησε στο πάτωμα στην είσοδο της κουζίνας, το λάδι ακόμη κάπνιζε, οι πιπεριές είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον μάταιο τούτο κόσμος τυλιγμένες σε μαύρο σάβανο και εκείνος πλησίαζε φωνάζοντας πως πάντα ήταν μια άχρηστη αλλά πάει, τέλειωσαν τα ψέματα, τώρα θα την έκλεινε στο τρελάδικο.

Όταν πάτησε στο τηγάνι, το καυτό λάδι που πετάχτηκε ζεμάτισε τα προ ολίγου αεριζόμενα αχαμνά και άρχισε ουρλιάζει και να χοροπηδάει σαν αναστενάρης.

Η γυναίκα σήκωσε το τηγάνι από το πάτωμα και βάλθηκε να σαπουνίζει τα πλακάκια. Το ποτηρόπανο θα το έπλενε αργότερα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου