Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

"ΜΙΚΡΟΙ ΗΡΩΕΣ"


Στην πΈνα"  ✒️✒️


  "ΜΙΚΡΟΙ ΗΡΩΕΣ"

Γράφει η Χρύσα Μίσκου 

  







ΜΙΚΡΟΙ ΗΡΩΕΣ

Ο ήχος που έβγαινε από το διπλανό διαμέρισμα ήταν ανεπαίσθητος, αλλά και πάλι τον έπιαναν πεντακάθαρα τα εκπαιδευμένα αφτιά μου. Ήμουν μαμά βλέπετε και είχα μάθει τους τελευταίους μήνες να ακούω τα πάντα. Από το μικρότερο βηχαλάκι, μέχρι φτερνίσματα, αναστεναγμούς και κλάματα. Και ήμουν σίγουρη, κάτι ακουγόταν από δίπλα.
   Από την άλλη ήταν περίεργο, ίσως και αδύνατον, μιας που η κυρία Παπαδοπούλου, η γειτόνισσα μου, με είχε ενημερώσει προχθές, ότι θα έλειπε τις επόμενες μέρες, επίσκεψη στην άρρωστη αδερφή της. Μου είχε δώσει μάλιστα και κάτι πολύ ωραίες ντομάτες, κατακόκκινες και γεμάτες, από τον μπαχτσέ τους στο χωριό, μιας που η δική μου κηπουρική δεν είχε και μεγάλη επιτυχία φέτος. Όλο το καλοκαίρι μάζεψα πέντε κατσιασμένες μελιτζάνες και δεκαεφτά πιπεριές κέρατα – μην σας φαίνεται παράξενο, τα μετρούσα. Είπε ότι άδειαζε το ψυγείο της για να μην χαλάσουν τα πράγματα κατά την απουσία της.
   Ναι, αυτό το ήξερα. Αλλά και τον θόρυβο τον άκουγα πεντακάθαρα. Ήταν σαν… νιαούρισμα. Μήπως έκλαιγε το μωρό; Πετάχτηκα από τον καναπέ και έτρεξα στο παιδικό με την ψυχή στο στόμα, αν και θυμόμουν καλά πως είχα ανοίξει την ενδοεπικοινωνία. Εκτός από το βιονικό μου αφτί, θα με βοηθούσε και η τεχνολογία στον αγώνα μου να κρατήσω το τρίμηνο βρέφος μου ζωντανό. Ορκιζόμουν, δεν θα ξανάνοιγα ποτέ μου ιατρική σελίδα στο ίντερνετ, δεν θα διάβαζα ποτέ ξανά για αιφνίδιους θανάτους βρεφών και σπάνιες αρρώστιες και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Από τη μέρα που έγινα μάνα, όλα με τρομοκρατούσαν.
   Το μωρό κοιμόταν γαλήνια, ευτυχώς, και βγήκα νυχοπατώντας από το δωμάτιο. Επέστρεψα στο σαλόνι ακούγοντας τον ενοχλητικό θόρυβο και πάλι. Ένα απαλό νιαούρισμα. Μήπως είχαν επιστρέψει οι διπλανοί, βρίσκονταν στο σπίτι; Βγήκα στον διάδρομο της πολυκατοικίας και χτύπησα το κουδούνι. Αφουγκράστηκα προσεκτικά μα τίποτα. Από εδώ ο θόρυβος ακουγόταν κάπως πνιχτός, οπότε γύρισα στο σπίτι και βγήκα στο μπαλκόνι. Το νιαούρισμα όλο και αυξανόταν σε ένταση. Τέντωσα τον λαιμό μου σαν γαλοπούλα προσπαθώντας να κοιτάξω πίσω από την πλαστική ντουλάπα που χώριζε τα μπαλκόνια μας και τότε το είδα. Ήταν ένα μαύρο γατάκι, κουλουριασμένο σε μια γωνία του μπαλκονιού και κλαψούριζε πεινασμένο, ψάχνοντας την μαμά του.
   Δεν σκέφτηκα πως είχε βρεθεί εκεί. Δεν σκέφτηκα καν πως θα περνούσα στο διπλανό μπαλκόνι έχοντας υψοφοβία – αφού προφανώς θα έπρεπε να βγω από την δική μου μεριά και να περπατήσω για λίγα μέτρα κρεμασμένη στα κάγκελα με το κενό τεσσάρων ορόφων από κάτω μου μέχρι να πατήσω ξανά σε στέρεο έδαφος. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν ότι το γατάκι ήταν εγκαταλελειμμένο και χρειαζόταν βοήθεια. Ετοιμάστηκα ψυχολογικά, έλεγξα ακόμα μια φορά το δικό μου μωρό που συνέχισε να κοιμάται μακάρια, δόξα το Θεό, και ετοιμάστηκα να ανέβω στο κάγκελο.
   Πήρα μια βαθιά ανάσα. Τα πόδια μου έτρεμαν και τα χέρια μου είχαν ιδρώσει. Τα σκούπισα προσεκτικά στο μαύρο μου παντελόνι και πιάστηκα από το κάγκελο. Βγήκα προσεκτικά, πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο, φροντίζοντας να μην κοιτάζω κάτω. Ήμασταν στον τέταρτο όροφο και αν έπεφτα, μακριά από εδώ, όχι μόνο θα άφηνα το βρεφάκι μου ορφανό, αλλά θα με μάζευαν με το κουταλάκι για το μνήμα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και με κάθε βήμα που έκανα, σκεφτόμουν εκατό φορές να γυρίσω πίσω, στην ασφάλεια του σπιτιού μου. Το γοερό κλαψούρισμα του γατιού όμως, μου έδινε κουράγιο. Δύο βήματα ακόμα και τα είχα καταφέρει. Πέρασα αργά μέσα στο διπλανό μπαλκόνι, καταϊδρωμένη, με τα πόδια μου κομμένα και όλους τους μύες μου να διαμαρτύρονται πονεμένοι. Η μισή δουλειά είχε γίνει! Χαμογέλασα θριαμβευτικά! Είχα ξεπεράσει τους φόβους μου, θα έσωζα το γατάκι και θα γινόμουν η ηρωίδα της ημέρας!
  
Το μαύρο κουβαράκι μόλις με είδε να υψώνομαι μπροστά του μεγάλη και απειλητική ξέχασε για λίγο το κλάμα του. Με κοίταξε έντρομο με τα πράσινα του μάτια γουρλωμένα, πριν βγάλει μια σπαρακτική κραυγή.
   «Όπα, μικρούλη, ηρέμησε, ψιψιψι» είπα χαμηλόφωνα προσπαθώντας να το καθησυχάσω και για λίγο έπιασε.
   Σκεφτόμουν να το βάλω στην τσέπη του φούτερ μου που θα ήταν ζεστό και ασφαλές μέχρι να περάσουμε απέναντι. Άπλωσα το χέρι να το πιάσω και εκείνη τη στιγμή πετάγεται μπροστά μου μια πελώρια μαύρη γάτα, προφανώς η μαμά του. Στέκεται ανάμεσα σε εμένα και το μωρό της και γρυλίζει απειλητικά όσο οι τρίχες της υψώνονταν, η μια μετά την άλλη. Φοβήθηκα, είναι αλήθεια. Μάζεψα αμέσως το χέρι μου και τραβήχτηκα στην άλλη άκρη του μπαλκονιού.
   «Ήσυχα γατούλα! Να βοηθήσω ήθελα» ψιθύρισα  τρομαγμένη.
   Η γάτα μου έριξε μια περιφρονητική ματιά πριν μου γυρίσει την πλάτη, πιάσει το μωρό της από το σβέρκο ανάμεσα στα δόντια της και πηδήξει στο επόμενο μπαλκόνι. Και μετά στο επόμενο, μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια μου. Εκείνη τη στιγμή και πάνω που προσπαθούσα να συνέλθω από το σοκ, άκουσα πεντακάθαρα το κλάμα του δικού μου μωρού από την ενδοεπικοινωνία που βρισκόταν στο σαλόνι μου.
   «Έρχομαι καρδούλα μου, έρχεται η μαμά!» φώναξα αγχωμένη.
   Ναι, μόνο που έπρεπε να περάσω ξανά από το μπαλκόνι…


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *