Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

"ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ", ΓΡΑΦΕΙ Η ΝΑΤΑΣΣΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ


Στην πΈνα"  ✒️✒️




"Παιχνίδια επιβίωσης"
της Νατάσσα Καραμανλή





"Παιχνίδια επιβίωσης"

Αυτά τα Σάββατα της  άνοιξης η ψυχή μου τρεμουλιάζει. Σκοντάφτει πάνω σε εκατοντάδες εικόνες το βλέμμα και σαν στερημένο από νερό σύννεφο, άπληστα τις ρουφά.
Οι μυρωδιές και τα χρώματα εναλλάσσονται γοργά, καθώς οι αύρες των ανθρώπων προσπερνούν βιαστικά τα μάτια μου. Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να κρατήσω! Στριμώχνω τις μνήμες, εκβιάζοντας τον χρόνο να μην εκπνεύσει, παρά να σταματήσει για λίγο τρυφερά στο πλάι μου· να μου χαριστεί. Μα εκείνος είναι πάντοτε βιαστικός, αεικίνητος.
Ένα μικρό κορίτσι δοκιμάζει το καινούριο πατίνι στο πεζοδρόμιο. Αστράφτει από χαρά το βλέμμα της κι η δυστυχία του κόσμου αίφνης διαλύεται κάτω από τις βλεφαρίδες της. Μια κυρία χαϊδεύει τα μαλλιά ενός άγνωστου μωρού. Το καροτσάκι τρίζει από αγαλλίαση κι η μητέρα από καμάρι.
Αχόρταγα παρατηρώ τον κόσμο που με περιβάλλει κι έτσι όπως όλοι τους βαδίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, μου φέρνουν στο νου μια καλοστημένη χορογραφία. Το σκηνικό της ζωής είναι μόνιμα στημένο, γεμάτο ένταση, μουσική και βήματα.
Πόσο το προσέχουμε στ’ αλήθεια;
Μόλις έχασα το λεωφορείο μου. Στη στάση, μια νεαρή μητέρα περιμένει καθισμένη στο παγκάκι. Στο πλάι της η κόρη της, με τα ίδια μάτια, με κοιτάζει εξονυχιστικά. Της χαμογελώ κι εκείνη μαζεύει το ροζ σακίδιο, δημιουργώντας χώρο να καθίσω δίπλα της.
Το σώμα της εκπέμπει μια μυρωδιά τριαντάφυλλου, ανακατεμένη με τη σκόνη του δρόμου.

Η μητέρα παίζει με το κινητό της. Η κόρη βαριέται κι εγώ παρατηρώ τα αθλητικά της παπούτσια που σείονται πέρα-δώθε.
«Έλα μαμά, ας παίξουμε κάτι, βαρέθηκα να περιμένω», λέει η μικρή σουφρώνοντας τα χειλάκια της με νάζι. Διακινδυνεύω ακόμα μια κλεφτή ματιά προς το μέρος της κι υπολογίζω την ηλικία της· γύρω στα έξι πρέπει να είναι.
«Τι να παίξουμε παιδάκι μου μέσα στο δρόμο;» ρωτά η μαμά, σχεδόν έντρομη.
Πότε έγιναν τα παιχνίδια απειλή; Συλλογίζομαι. Πότε πάψαμε να είμαστε αυθόρμητοι; Μάλλον ταυτόχρονα· σκοτώσαμε τον αυθορμητισμό μας, ακριβώς επειδή σταματήσαμε να παίζουμε. Επειδή καλουπωθήκαμε απότομα στο κουκούλι της ενηλικίωσης που υπαγόρευε μια αρμόζουσα σοβαρότητα.
«Να παίξουμε διασημότητες!» Λέει η μικρή και προτού προλάβω να προβληματιστώ για την φύση του συγκεκριμένου παιχνιδιού- που σημειωτέον το άκουγα για πρώτη φορά- ανοίγει με χάρη το ροζ σακίδιο και βγάζει ένα περιοδικό.

Περιοδικό, όχι βιβλίο! Ένα απαστράπτον  περιοδικό, προφανώς  ποικίλης ύλης που η λάμψη του θόλωσε στιγμιαία αυτήν της ανοιξιάτικης μέρας.
«Λοιπόν, μαμά, εγώ θα σου δείχνω τις φωτογραφίες κι εσύ θα μου λες ποιοι είναι. Α! Και κάτι ακόμα. Θα μου λες και πού παίζουν, εντάξει;»
«Οκ!» Συναινεί η μαμά και το παιχνίδι ξεκινάει.
Δεν αντιλαμβάνομαι και πολλά. Τα ονόματα διαδέχονται το ένα το άλλο με τρομακτική ταχύτητα.  Παιχνίδια επιβίωσης και αθλητές που κάνουν διαφημιστικά στην τηλεόραση. Πανέμορφες γυναίκες και χάρτινα όνειρα. Οι διάσημοι κι ο επώνυμοι. Διαφορές στήθους κι ήθους. Οι σεφ των προβολέων κι οι λύκοι της τηλεθέασης.
 Ένας κατασκευασμένος δαίδαλος, προγραμματισμένος να χτυπά ανώφελα καμπανάκια.
Πώς πέρασαν τις διακοπές τους οι τάδε, τι φόρεσε η δείνα, τι μαγείρεψε ο ένας, που εθεάθη να τα πίνει ο άλλος. Ποιος χώρισε από ποιον και γιατί.
Το κεφάλι μου πονάει. Τα μάτια χόρτασαν. Μπούκωσαν τ’ αυτιά από φήμη. Κρίμα. Κι είχα μαζέψει τόσες ομορφιές σε τούτη την άσκοπη  περιπλάνηση μου. Τόσες γλυκές μυρωδιές αθωότητας.

Γιατί; Γιατί δεν παίζουμε πια κουτσό στους δρόμους; Γιατί δεν κυνηγιόμαστε ανάμεσα στα πάρκα; Γιατί γεμίζουμε τα σακίδια των παιδιών μας με πλαστά χαμόγελα; Γιατί το επιτρέπουμε; Γιατί αφήσαμε τα παιχνίδια της επιβίωσης να καθορίσουν τα όνειρα;
Το λεωφορείο έφτασε. Ανέβηκα παραζαλισμένη. Κάθισα στο τελευταίο άδειο κάθισμα. Με τα μάτια κλειστά σε όλη τη διαδρομή. Στ’ αυτιά μου έκαναν τραμπάλα δεκάδες άγνωστα ονόματα. Άγνωστα σε μένα, μα όχι και στη μικρή. Ούτε για τη μαμά της άγνωστα.
Πού ζω εγώ; Ακόμα αναρωτιέμαι..
Εκεί που τα παιχνίδια επιμένουν να  ζωντανεύουν τα βράδια, σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ντροπή να παίζω κρυφτό. Στις μέρες που αξίζει να ζεις με όλες σου τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή, επειδή το βουητό των ανθρώπων γύρω κουβαλά το μεθύσι μιας τρυφερής οικειότητας.
Εκεί που τα παιχνίδια επιβίωσης δεν έχουν καν εφευρεθεί…


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΕΔΩ:




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *