Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ, ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟ ΤΟΥ ΔΟΝ ΒΑΤΡΑΧΟΥ, ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΙΑ Χ. ΘΕΜΕΛΗ


"Στην πΈνα"  ✒️✒️




" ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ, ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟ ΤΟΥ ΔΟΝ ΒΑΤΡΑΧΟΥ."
Γράφει η Μαρία Χ, Θεμελή









 Και ο χρόνος σταμάτησε,  στο μαγικό ανεμόμυλο του Δον Βατράχου...

Μια Ιστορία ενάντια στο bullying σε οποιαδήποτε μορφή....και ειδικά στα όνειρα!


Ήταν τόσο δυστυχισμένος! Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει αλλά και ο ίδιος ήθελε να σπάσει τον καθρέφτη που τον απεικόνιζε απέναντί του.  Έβλεπε ένα άσχημο, με γουρλωτά μάτια και τεράστια γλώσσα ανθρωπάκι... εεε ..ακόμα να το συνειδητοποιήσει  σαν βατραχάκι  ήταν!

Τον είχαν κοροϊδέψει πολύ εκείνη την ημέρα. Είχε τολμήσει να ζωγραφίσει σε ένα χαρτί το όνομά του και το όνομα της αγαπημένης του. Εκείνης! Της μοναδικής που ένα μόνο φιλί της θα τον μετέτρεπε σε άνθρωπο. Στον όμορφο πρίγκιπα των ονείρων της ή για να λέμε και την πάση αλήθεια, των ονείρων του!

Αλλά το χαρτί το άρπαξαν βίαια οι ψηλοί γραμμωμένοι συμμαθητές του, όλοι παίκτες στην ομάδα του μπάσκετ και πολύ cool τυπάκια! « Ο βάτραχος τολμάει να  αγαπάει την Αφροδίτη!, «Έλα Αφροδίτη δώσε μου ένα φιλάκι» και σούφρωναν τα χείλη τους. «Έλα, έλα ο κοντούλης σου θα τα καταφέρει», ούρλιαζαν σε όλη την τάξη, ενώ αυτός προσπαθούσε να πάρει το χαρτί πριν το δει εκείνη, πριν ακούσει το όνομά της στα στόματα τους, πριν μάθει το μεγάλο του μυστικό!

Και ξαφνικά τα γουρλωτά του μάτια κοκκίνισαν από αίμα που πλημμύριζε όλο του το πρόσωπο. Η αγκωνιά τον είχε βρει στη μύτη και το αίμα έτρεχε και πονούσε και ήταν τόσο άδικο και μετά λιποθύμησε! Όταν άρχισε να συνέρχεται από πάνω του ήταν μόνο η δασκάλα που του καθάριζε τα αίματα.
«Ποιος το έκανε αυτό Γιώργο; Σε βρήκα μόνο σου αιμόφυρτο στην τάξη όταν επέστρεψα να πάρω ένα βιβλίο που είχα ξεχάσει, αλλιώς δεν ξέρω και εγώ τι θα θα είχες απογίνει.»

Όχι δεν θα μιλούσε, δεν θα γινόταν αυτός το καρφί της τάξης, γιατί τότε οι ημέρες του θα ήταν ακόμα δυσκολότερες και δεν άντεχε, άσε που δεν ήθελε! Έμοιαζε σαν  βάτραχος αλλά ήταν Κύριος. Δεν θα μιλούσε  για άλλη μια φορά!  «Έπεσα κυρία , δεν ήταν κανείς, μόνος μου γλίστρησα και έπεσα , ξέρετε άλλωστε πόσο αδέξιος είμαι.»

«Μου λες ψέμματα και το ξέρεις, μόνο αν το παραδεχθείς και το ονομάσεις θα λύσεις το πρόβλημά σου. Δεν μπορεί να μένουν πάντα ατιμώρητοι αυτοί που σου φέρονται άδικα και σε πληγώνουν! Είναι η τρίτη φορά μέσα σε δέκα ημέρες που σε βλέπω έτσι, δεν αξίζει να τους καλύπτεις, δεν αξίζεις να σε ταλαιπωρούν!»



Είναι σίγουρο αυτό; Αναρωτήθηκε μέσα του. Είμαι τόσο διαφορετικός, τι φταίνε και αυτοί, πλάκα έκαναν και στο κάτω κάτω δεν με  χτύπησαν, ατύχημα ήταν, κατά λάθος έγινε, γιατί να βρούνε το μπελά τους και μετά να τον βρω και εγώ χειρότερα.
«Απλά γλίστρησα και έπεσα κυρία. Δεν με είδε κανείς αλλιώς θα με βοηθούσαν, δεν υπάρχουν συνωμοσίες, πάω στο μπάνιο να ξεπλυθώ» και έφυγε τρέχοντας.

Όταν γύρισε σπίτι έτρεξε στο μπάνιο χωρίς να τον καταλάβει κανείς, μπήκε στο ντους και άφησε όλο τον πόνο, το θυμό, τη θλίψη να ξεπλυθεί κάτω από το δροσερό νερό. Πάντα του άρεσε το νερό να τρέχει πάνω του, ήταν οι μόνες στιγμές που αισθανόταν όμορφα και σχεδόν όμορφος.



Όμορφα αισθανόταν χρόνια τώρα μόνο κάτω από το νερό και στο εξοχικό τους δίπλα στη θάλασσα, στον ανεμόμυλο του παππού Γιώργου, που είχε το όνομά του.
Πέρναγε ατελείωτες ώρες να χαζεύει τον άνεμο,  να μαντεύει την πορεία και τη δύναμη του αλλά και να ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά... 

Και ο χρόνος περνούσε όμορφα στο μαγικό ανεμόμυλο και αυτός δεν έμοιαζε σαν βατραχάκι αλλά σαν ήρωας που το νερό και ο αέρας του έδινε δύναμη, υπερασπιζόταν με το σπαθί του το άδικο και για όλο το Σαββατοκύριακο ήταν σημαντικός…  Ένα Δον με το όνομα!

Εκείνη την ηλιόλουστη Κυριακή, από το πρωί σιγοτραγουδούσε γιατί είχε κοιμηθεί χαρούμενος αφού είχε εξοντώσει όλους τους εχθρούς, είχε σώσει για άλλη μια φορά τον ανεμόμυλο του παππού από τους εχθρούς,  αλλά  και το κορίτσι της καρδιάς του, όλα τακτοποιημένα! Και τότε άκουσε τη φωνή στον κήπο.  Είχε καιρό να τον ακούσει  αλλά ήταν σαν να μην πέρασε μια ημέρα. Ήταν ο παππούς Γιώργος, ο αγαπημένος του παππούς, ο ιδιοκτήτης του ανεμόμυλου.

«Πού είσαι αγόρι μου; Έλα να αγκαλιάσεις τον παππού σου που γύρισε από τα καράβια! Έτρεξε πιο γρήγορα και από τον άνεμο και έπεσε με ορμή πάνω στην αγκαλιά του!
« Παππού μου, γιατί άργησες τόσο; Έχω καιρό να σε δω,να σε ακούσω, μου είχες υποσχεθεί ότι θα γύριζες να με πάρεις ταξίδι το καλοκαίρι και από τότε έχει περάσει ένας χρόνος, με ξέχασες;!

«Αγόρι μου, γλυκό μου όμορφο αγόρι, κοίτα πόσο μεγάλωσες και ψήλωσες, ένα ολόκληρο παλικαράκι έγινες μέσα σε ένα χρόνο! Και φυσικά δεν σε ξέχασα, δεν πέρασε ούτε μια ημέρα να μην σε σκέφτομαι , αλλά  δυστυχώς το ταξίδι κράτησε περισσότερο. Άσε με όμως εμένα , πες μου τα νέα σου, πως τα περνάς στο καινούργιο σχολείο, πόσες κοπελιές σε έχουν ερωτευτεί και μαλλιοτραβιώνται για εσένα, πες μου για τους φίλους σου, τα παιχνίδια σας.»

Δεν μπορούσε να του πει την αλήθεια!  Ο παππούς ήταν πάντα το είδωλό του. Γεροδεμένος, αρχοντάνθρωπος με λευκά μαλλιά και αξύριστο μαυρισμένο πρόσωπο. Ο παππούς ταξίδευε σε λιμάνια, κυβερνούσε το πλοίο του και όλοι έτρεμαν στις διαταγές του, ο παππούς ήταν γενναίος, θα έσπαγε στο ξύλο όποιον τολμούσε να του αντιμιλήσει, να τον κοροϊδέψει.
Όχι σαν αυτόν, που έσκυβε το κεφάλι, που στην προσπάθειά του να είναι αρεστός και να έχει φίλους, δεν αντιμίλαγε ποτέ και απλά έφευγε, όταν δεν τον έδιωχναν οι άλλοι γελώντας.
Η ζωή του ήταν ήρεμη όταν ήταν στο δημοτικό. Εκεί τα παιδιά ήταν καλά μαζί του, έπαιζαν όλη την ώρα και δεν είχε λόγο να αισθάνεται άσχημα. Όταν έφυγε ο παππούς ήταν όλα εύκολα, στο γυμνάσιο όμως άλλαξε σχολείο και άλλαξε και φίλους και συνήθειες και το πιο βασικό από άνθρωπος άλλαξε… σε βάτραχο!

«Πολύ καλά παππού, στα μαθήματα πρώτος, φίλοι πολλοί, κορίτσια πολλά, όλα καλά!

«Αγόρι μου, θα ήθελα πολύ να έχω πειστεί και εγώ για αυτά που μου λες, όπως οι γονείς σου που θεωρούν ότι η θλίψη στα μάτια σου είναι σημάδι πρόωρης εφηβείας. Αυτούς μπορείς να τους παραπλανήσεις εύκολα. Δουλεύουν πολύ και ξέχασαν να παρατηρούν.  Άσε που δεν θέλουν να το πιστέψουν. Αν εσύ είσαι καλά, ηρεμούν και είναι και αυτοί καλά.  Αν όχι όμως;  Γκρεμίζεται ο κόσμος τους.
Άνοιξε σε εμένα την καρδιά σου, ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσεις τη ζωή είναι να την αντιμετωπίσεις με τα μάτια ανοιχτά, το πρόβλημα λύνεται μόνο όταν παραδεχθείς με ειλικρίνεια ότι υπάρχει.»»

Είχε καταλάβει ο γέρο ναυτικός είχε διαβάσει τα μάτια του, είχε δει το βιασμένο χαμόγελο,ήξερε!
« Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να ονειρεύεται, κάθε παιδί έχει δικαίωμα να κάνει όνειρα και κανείς δεν μπορεί να του τα στερήσει παρά μόνο του ο ίδιος του ο εαυτός. Μη φοβάσαι να ονειρευτείς αγόρι μου, μη φοβάσαι να ζήσει!ς»

Ένιωθε το αίμα του να βράζει. Να μην φοβάται να ζήσει, να μην φοβάται να ονειρευτεί, ναι ζει αλλά ζει όπως του αξίζει, σαν βατράχι. Ονειρεύονται άραγε τα βατράχια;
« Κάνεις λάθος! Δεν έχω τίποτα, ήρθες μετά  από τόσο καιρό και κάνεις κήρυγμα,  μας κατηγορείς όλους και μας πουλάς φιλοσοφία των καραβιών για δήθεν όνειρα και δήθεν ζωή!Με άφησες ΜΟΝΟ! Και ναι μεγάλωσα και ναι έχω φίλους, κορίτσια, είμαι καλά! Αυτό δεν θες να ακούσεις και εσύ; Άσε με ήσυχο σε παρακαλώ». Και ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια...

Ο παππούς σηκώθηκε πιο γρήγορα  από αυτόν. Για πρώτη φορά πήγε να το βάλει στα πόδια και κάποιος τον κράτησε. Στην αρχή αντιστάθηκε, πάλεψε στην αγκαλιά του, πάλεψε με τον εαυτό του και στο τέλος, ξέσπασε!
Και αφού έκλαψε για πολύ ώρα, για όλο αυτόν τον καιρό που κρατούσε το λυγμό μέσα του, άνοιξε για πρώτη φορά τη καρδιά και το στόμα του.
Στο καινούργιο σχολείο εδώ και δύο χρόνια τα πράγματα ήταν άσχημα.
Ήταν αλήθεια ότι δεν ήταν το πρώτο μπόι, ούτε  η γυμναστική ήταν το δυνατό του σημείο. Ήταν όμως σχεδόν αδύνατος, ευλύγιστος  και σίγουρα τα μάτια του δεν ήταν τόσο παράξενα γουρλωτά για να έχει ξεχάσει το όνομά του και να τον αποκαλούν  «Βάτραχο».
Και το κακό είναι ότι όσο περνούσαν οι ημέρες αντί να εξαγριώνεται άρχισε να το συνηθίζει. Γυρνούσε πάντα όταν κάποιος φώναζε:
«Ε βάτραχε για που το έβαλες;» και μέρα τη μέρα, ξέχασε το όνομά του, ξέχασε τον εαυτό του και ένιωσε ένας άσχημος βάτραχος. Έπεσε στην παγίδα τους και καθώς τα περιέγραφε στον παππού του ξάφνου, κατάλαβε!

Και ο παππούς είχε καταλάβει , είχε θυμώσει αλλά η εμπειρία των χρόνων επικράτησε και όταν άνοιξε το στόμα του μετά από ώρα δεν είπε μεγάλες κουβέντες, φιλοσοφίες των καραβιών, είπε μόνο: « Νομίζω ότι για πρώτη φορά καταλαβαίνεις μόνος σου πόσο άδικος είσαι με τον εαυτό σου. Εγώ είμαι εδώ αλλά

 τώρα που τα ξεστόμισες, ξέρεις καλά τι έχεις να κάνεις. Πήγαινε να πλύνεις το πρόσωπό σου και έλα να σκεφτούμε που θα πας το άλλο Σάββατο βόλτα το κορίτσι σου!»

Εκείνη τη Δευτέρα μπήκε χαμογελαστός στην τάξη. Πλησίασε την Αφροδίτη, της είπε καλημέρα και χαμογέλασε. Αύριο με ένα χαρτάκι και ένα λουλούδι κάτω από το θρανίο θα της ζητούσε ραντεβού. Λίγο παλιομοδίτικη η συμβουλή του παππού αλλά στις γυναίκες αρέσει το ρομάντζο.

Στο διάλειμμα μαζεύτηκαν γύρω του τα ψηλά αγόρια και άρχισαν να τον κοροϊδεύουν. Φώναζαν, τον πείραζαν, αλλά δεν τους άκουγε, γιατί δεν υπήρχαν, γιατί δεν τους φοβόταν πια, γιατί μαζί με το φόβο είχε αφήσει πίσω του και τον  «Βάτραχο».

Ήξερε πια καλά, αν τολμούσαν να τον αγγίξουν ξανά, απλά θα άνοιγε το στόμα του και θα υπερασπιζόταν τον υπέροχο όμορφο εαυτό του!


Μαρία Χ.Θεμελή



ΜΑΡΙΑ Χ. ΘΕΜΕΛΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *