Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Η ΣΥΓΚΡΙΑ

Η ιστορία πίσω από το βιβλίο


"Η σύγκρια"
Συγγραφέας: Γιολάντα Τσορώνη - Γεωργιάδη

Εκδόσεις Σαββάλα 2016




Ένα από τα πιο περίεργα, αλλά με μεγάλο νομικό και κοινωνικό ενδιαφέρον έθιμο στη Μάνη, που διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι ο θεσμός της λεγόμενης «σύγκριας».
Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας συναντούμε τη λέξη «σύγκρια», με διαφορετική όμως σημασία. 
Έτσι σε νησιά «σύγκρια» αποκαλείται η μοιχευομένη σύζυγος και ο σύζυγος ειρωνικά «σύγκριος», ενώ αλλού «σύγκριες» αποκαλούνται οι συννυφάδες. 
Στη Μάνη βρίσκουμε δύο περιπτώσεις:  Η μια αναφέρει ότι η δεύτερη σύζυγος ενός Μανιάτη έλεγε «σύγκρια» την νεκρή πρώτη γυναίκα του συζύγου της. Είναι περίεργο ότι ενώ οι συννυφάδες, ακόμα και σήμερα, συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις, η δεύτερη σύζυγος του Μανιάτη, κατά κανόνα σεβόταν τη μνήμη της πρώτης και ανέπτυσσε ιδιαίτερους δεσμούς, τόσο με την οικογένεια της νεκρής, όσο και με τα παιδιά της.
Η άλλη όμως περίπτωση της «σύγκριας» είναι τελείως διαφορετική και αποτελεί παλαιό έθιμο, του οποίου η αρχή χάνεται στα βάθη των αιώνων.
Μανιάτης νέος ευπόρου, αριστοκρατικής και ισχυρής οικογένειας, από τη τάξη των Νικλιάνων, εάν δεν αποκτούσε παιδιά ή αποκτούσε μόνο κορίτσια, είχε το δικαίωμα να εγκαταστήσει στη κατοικία του άλλη γυναίκα σαν δεύτερη σύζυγο. Αυτή είναι η «σύγκρια» του Μανιάτικου εθιμικού θεσμού. Βέβαια κανείς κατ’ έθιμο κανόνας δεν απαγόρευε σε οποιονδήποτε άτεκνο Μανιάτη ή χωρίς αρσενικά παιδιά να εγκαταστήσει στο σπίτι του σαν δεύτερη σύζυγο μια σύγκρια.
Στη πραγματικότητα όμως η πρακτική εφαρμογή περιοριζόταν στην τάξη των Νικλιάνων, οι οποίοι είχαν σχετική οικονομική άνεση και σπάνια εμφανιζόταν περίπτωση από Μανιάτη φαμέγιο και σε αυτή τη περίπτωση θα επρόκειτο μάλλον για πρόσχημα προς μοιχεία. Αυτό οφειλόταν σε δύο λόγους. Πρώτο γιατί στη κοινωνική τάξη των Νικλιάνων, είχε μεγάλη σημασία κατά τα πατροπαράδοτα έθιμα και κατά τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες διαβίωσης των Μανιατών, η δύναμη και η πολιτική υπεροχή κάθε οικογένειας εξαρτιόταν από τον αριθμό των αρσενικών παιδιών και η εξάντλησή τους σήμαινε «ξεκλήρισμα» της πατριάς, ρίχνοντας αυτή στην αφάνεια5. Αντίθετα για τους φαμέγιους δεν είχε μεγάλη πολιτική σημασία η απόκτηση πολλών αρσενικών παιδιών και δεν το επεδίωκαν αφού παράλληλα δημιουργούντο προβλήματα διανομής της μικρής πατρικής περιουσίας.
Αλλά δεύτερος και σπουδαιότερος λόγος, ήταν το γεγονός ότι η νεαρή γυναίκα που θα δεχόταν να γίνει σύγκρια, θέση πάντως υποτιμητική, ανήκε συνήθως σε οικογένεια φαμέγιων και απέβλεπε στην είσοδό της σε οικογένεια πλούσια και ισχυρή, της οποίας οι συνεχιστές θα ήταν παιδιά της. Το μεγαλύτερο μέρος περιπτώσεων σύγκριας αναφέρεται σε αποδεδειγμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα στειρότητα της πρώτης συζύγου, ενώ οι περιπτώσεις υπάρξεως μόνο κοριτσιών, είναι πολύ λιγότερες.
Για να γίνει κατανοητό το Μανιάτικο έθιμο της σύγκριας, το οποίο έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις Ελληνικές παραδόσεις, όσο και με τα Χριστιανικά αισθήματα των Μανιατών, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι γεωγραφικές, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού. Οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν μια κατ’ εξοχή πολεμική κοινωνία, ιεραρχικά συγκροτημένη που βρισκόταν συνέχεια με το όπλο στο χέρι για τη προάσπιση της ελευθερίας της. Μια τέτοια πολεμική κοινωνία που ζούσε σε συνεχή επαγρύπνηση, σε κατοικίες με πολεμίστρες ή και σε κρησφύγετα στις απρόσιτες βουνοκορφές του Ταϋγέτου, χωρίς κρατική οργάνωση ή εξουσία, ήταν φυσικό να αναπτύξει δικά της ήθη και έθιμα που καθιερώθηκαν ως άγραφοι νόμοι.
Έτσι καθιερώθηκε στη Μάνη η υπεροχή των ανδρών έναντι των γυναικών. Οι γυναίκες ασχολούντο με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών, καθώς και με τη καλλιέργεια των κτημάτων ή τη περισυλλογή καρπών. Οι άνδρες αναλάμβαναν τις βαρύτερες βιοποριστικές εργασίες, αλλά προπάντων με το όπλο στο χέρι υπερασπίζονταν τη γη τους, τη τιμή της πατριάς και την ελευθερία τους.Υπήρχαν βέβαια περιπτώσεις που και οι γυναίκες ανέλαβαν πολεμική δράση, όπως στο Διρό και στο Πολυάραβο ή ακόμα και σε οικογενειακές διαμάχες κατά τις οποίες γυναίκες πυροβολούσαν από το πύργο ή έριχναν πέτρες και καυτό λάδι κατά των επιδρομέων. Αναφέρονται ακόμα περιπτώσεις γυναικών που με χωσία σκότωσαν με βάση το έθιμο του γδικιωμού, όταν δεν υπήρχε σύζυγος ή ενήλικος γιος για την αποκατάσταση της οικογενειακής τιμής.
Στη Μάνη η προστασία των γυναικών θεωρείτο ιερό καθήκον από τους άνδρες. Η μητέρα και η σύζυγος «έχαιρον απαραγράπτων δικαιωμάτων εντός του οίκου των». Το πρώτο μέλημα γονέων και αδελφών ήταν να παντρέψουν τις αδελφές τους, υπήρχαν δε περιπτώσεις αδελφών που έμειναν άγαμοι γιατί δεν κατόρθωσαν να παντρέψουν τις αδελφές τους.

Άλλη ένδειξη διαχωρισμού της πολιτικής, κοινωνικής και οικογενειακής θέσης
γυναικών και ανδρών στη Μάνη, ήταν η συνήθεια ως άγραφος νόμος, όπως ο πατέρας ή τα αδέλφια να μην δίνουν σε καμία περίπτωση στη κόρη ή την αδελφή ως προίκα τη κατοικία της οικογένειας ή του οικογενειακού πύργου. Αυτόν σε περίπτωση που δεν υπήρχε αγόρι στην οικογένεια ελάμβανε ο πλησιέστερος εξ αίματος συγγενής και ποτέ ο γαμπρός, παρ’ όλο που μετά το 1821 ίσχυε το αστικό κληρονομικό δίκαιο. Ούτε τολμούσε η κόρη ή ο γαμπρός να καταφύγει στα δικαστήρια, γιατί όλοι οι άνδρες της πατριάς, των οποίων τα σπίτια βρίσκονταν στην ίδια περιοχή θα έδιωχναν τον «εισβολέα» βίαια με κίνδυνο αιματοχυσίας. Αναφέρεται δε περίπτωση γαμπρού που διεκδίκησε οικογενειακό πύργο και εφονεύθη. Το έθιμο αυτό είχε ως στόχο να παραμείνει «ο μαχαλάς» στη πατριά χωρίς την εγκατάσταση «ξένων» γιατί σε περίπτωση οικογενειακών συγκρούσεων υπήρχε μεγάλος κίνδυνος αφού δεν θα υπήρχα ομοιογένεια στη πατριά. Αν και μετά το 1950 ο πληθυσμός της Μάνης αραίωσε λόγω της εσωτερικής ή εξωτερικής μετανάστευσης, ο πύργος εξακολούθησε να μην δίδεται σε κορίτσια ως προίκα.


Η κοινωνική αυτή διαβίωση και οι άγραφοι νόμοι που καθιερώθηκαν επέβαλαν την πρωταρχική και δεσπόζουσα θέση του άνδρα στην οικογένεια και στη κοινωνία. Από μικρό παιδί ο Μανιάτης γυμναζόταν και εκπαιδευόταν στα όπλα, τα οποία συνήθως έπαιρνε οριστικά στην ηλικία των δεκατριών ετών και συμμετείχε στις πολεμικές συγκρούσεις ή στις οικογενειακές διαμάχες. Στη γλώσσα των Μανιατών η δυνατή οικογένεια ήταν αυτή που είχε πολλά «ντουφέκια» και έλεγαν για κάποια οικογένεια «πόσα ντουφέκια έχει» εννοώντας τους άνδρες της οικογένειας.


Έτσι η απόκτηση πολλών αρσενικών παιδιών, τα οποία θα ακολουθούσαν την ίδια τακτική μπορούσε να οδηγήσει μια πατριά που δεν ανήκε στους Νικλιάνους, σε ηγετική θέση στη Μάνη. Παράδειγμα οι δύο γνωστές οικογένειες των Γρηγοράκηδων στην Ανατολική Μάνη και των Μαυρομιχαλαίων στη Δυτική, οι οποίοι κατά τον 18ο αιώνα πολλαπλασθιάσθηκαν σε σημείο που αριθμούσαν δεκάδες «ντουφέκια» και κυριάρχησαν στη Μάνη. Έτσι από τους Γρηγοράκηδες υπήρξαν τρεις Μπέηδες από τους οκτώ, ενώ από τους Μαυρομιχαλαίους ο τελευταίος Μπέης, ο γνωστός Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι 48 νεκροί που έπεσαν για την ελευθερία στους μετέπειτα αγώνες.
Η σημασία για κάθε οικογένεια ή πατριά απόκτησης αρσενικών απογόνων έλαβε τέτοια έκταση ώστε η γέννηση κοριτσιού να θεωρείται κατάρα και οικογενειακή συμφορά.
Έπρεπε λοιπόν ο Μανιάτης αντί πάσης θυσίας να αποκτήσει αρσενικά παιδιά για να διατηρήσει τη δύναμη της πατριάς και να αφήσει κληρονόμους από το αίμα του, για το διαιωνισμό της γενιάς του. Έτσι η λύση της σύγκριας έφερνε συνήθως το ποθητό αποτέλεσμα, ενώ η νόμιμη σύζυγος παρέμενε στο σπίτι και έμενα σε διαφορετικό χώρο. Δεν υπήρξε περίπτωση διωγμού της νόμιμης συζύγου από την οικία διαμονής. Εάν υπήρχε τέτοια περίπτωση η εκκλησία δεν θα έδινε διαζύγιο, ο σύζυγος θα απεκαλείτο μοιχός, η κοινωνική κατακραυγή θα ήταν έντονη και η προσβολή της τιμής της οικογένειας της συζύγου θα ήταν δεδομένη και μόνο με αιματοχυσία θα ξεπλενόταν.
Η μεταφορά της σύγκριας γινόταν νύχτα προς αποφυγή τυχόν ειρωνικών σχολίων και δεν μεσολαβούσε καμία θρησκευτική τελετή, ενώ δεν χρειαζόταν προικιά ή είδη ρουχισμού και σπιτιού. Ορισμένες φορές και μέχρι αποκτήσεως αρσενικού παιδιού η σύγκρια θεωρείτο ψυχοκόρη και μετά την απόκτησή του θεωρείτο μέλος της οικογένειας. Η οικογένεια της σύγκριας εξασφάλιζε εγγυήσεις ότι δεν θα είχε βίαιη μεταχείριση, δεν θα έκανε βαριές εργασίες και θα διατηρούσε σχέσεις με την οικογένειά της, ενώ θα ασκούσε πλήρη θρησκευτικά καθήκοντα.

Αναφέρονται περιπτώσεις κατά τις οποίες η νόμιμη σύζυγος επέλεγε τη σύγκρια μεταξύ των γνωστών της νεαρών γυναικών, μάλλον λόγω ψύχραιμου γυναικείου υπολογισμού. Έτσι γνώριζε το χαρακτήρα της υποψήφιας, η οποία θα της όφειλε ευγνωμοσύνη, χωρίς κίνδυνο υπονόμευσης της θέσης της, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επιβάλει τη θέλησή της.
Νόμιμη σύζυγος παρέμενε πάντοτε η οικοδέσποινα, «η κυρά του σπιτιού», ενώ σε περίπτωση θανάτου της συνήθως ο άντρας παντρευόταν τη σύγκρια, εφόσον είχε αποκτήσει μαζί της αρσενικά παιδιά. Κατά τη διάρκεια επισκέψεων εμφανιζόταν πάντα η οικοδέσποινα και κερνούσε τους επισκέπτες.
Το πιο περίεργο ήταν ότι όταν η σύγκρια γεννούσε αρσενικό παιδί, η σύζυγος δεχόταν ευχές και συμμετείχε στους πανηγυρισμούς σαν να ήταν δικό της παιδί. Οι δύο γυναίκες μετά από σαράντα ημέρες πήγαιναν μαζί στην εκκλησία με το παιδί για να διαβάσει ο παπάς τις ευχές. Το παιδί βάπτιζε τις περισσότερες φορές η νόμιμη σύζυγος και το φρόντιζε σαν να είναι δικό της, ενώ ήταν αγαπητό και από τις αδελφές που πιθανόν είχε ο πατέρας του με τη νόμιμη σύζυγο.
Εάν η σύγκρια γεννούσε μόνο θηλυκά ή δεν γεννούσε παιδιά, παρέμενε στο σπίτι κάνοντας όμως όλες τις εργασίες και ορισμένες φορές λόγω αντιζηλίας η νόμιμη σύζυγος φερόταν με προσβλητικό τρόπο, λόγω γυναικείας αντιζηλίας.
Το έθιμο αυτό έσβησε από τις αρχές του 20ου αιώνα αφού έπαψε να υπάρχει η πρωταρχική σημασία απόκτησης αρσενικών παιδιών, αλλά και λόγω της καταδίκης του από την εκκλησία, που θεωρούσε την πράξη αυτή ως διγαμία. Πολλές ήταν οι καταδικαστικές εγκύκλιοι των επισκόπων, όπως του επισκόπου Γυθείου Ιωσήφ προς την Ιερή Σύνοδο το 1864, όπου αναφέρει 30 περιπτώσεις στη περιοχή του Γυθείου, ενώ σίγουρα στη Μέσα Μάνη θα ήταν περισσότερες, αφού η κλειστή κοινωνία παρέμεινε για περισσότερα χρόνια.



"Η σύγκρια"

Συγγραφέας: Γιολάντα Τσορώνη - Γεωργιάδη
Εκδόσεις Σαββάλα 2016

Μέσα Μάνη γύρω στα 1900... Σ’ ένα τόπο και μια εποχή όπου η δύναμη και η "περιουσία" κάθε οικογένειας είναι τα αρσενικά παιδιά, μια ισχυρή φαμίλια αποφασίζει να παντρέψει τον γιο της, κόντρα στα συνηθισμένα, με μια κοπέλα κατώτερης τάξης.
Όταν τα χρόνια περνούν και εκείνη δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ο άγραφος νόμος της Μέσα Μάνης επιβάλλει μια δεύτερη σύζυγο, μια "σύγκρια", μέσα στο ίδιο σπίτι, η οποία σε λίγο καιρό φέρνει στον κόσμο το πολυπόθητο αγόρι. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως όλοι περίμεναν.

Μια συγκλονιστική ιστορία, γραμμένη με λόγο μεστό και γοητευτικό, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μεγάλα διλήμματα, τον παροτρύνει σε ενδοσκόπηση και τον οδηγεί να συνειδητοποιήσει πως τα συναισθήματα πολλές φορές διαμορφώνονται από την τοπική κουλτούρα.



Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι
πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της
Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού
Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει
μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο.
Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή
της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος
της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. 

Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του
προγράμματος "Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των
μαθητών" και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης
 εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.




Επιμέλεια άρθρου Καλλιόπη Γιακουμή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *