Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΕΓΡΑΨΕΣ 03/02/2018

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΕΓΡΑΨΕΣ  03/02/2018

ΣΤΗΛΗ ΕΓΡΑΨΕΣ


ΚΕΙΜΕΝΟ Νο1
ΌΤΑΝ ΣΒΉΣΟΥΝ ΤΆ ΦΏΤΑ
της Christina Chris Athanasiadou

Σουρουπώνει, σε λίγο φτάνει η νύχτα, τρέμω και μόνο στην ιδέα, ότι έρχεται πάλι η στιγμή που ο ήλιος θα δύσει και η νύχτα θα πάρει την θέση της μέρας. Έχω πάρε τα μέτρα και για απόψε. Έχοντας διανύσει περίπου είκοσι χιλιόμετρα έφτασα σε ένα δάσος και βρήκα μία μικρή σπηλιά. Μυρίζει άσχημα αλλά νομίζω ότι είναι ιδανικό μέρος. Η μυρωδιά θα καλύψει την δική μου. 
Χώνομαι όσο πιο βαθιά μπορώ και αφουγκράζομαι.... 
Το δάσος είναι σιωπηλό. Δεν ακούγεται κανένας ήχος. Νιώθω ότι είμαι το μόνο ζωντανό όν στον κόσμο. Σκέφτομαι πως φτάσαμε έως εδώ.... 
Η αρχή ή μάλλον το τέλος ήταν δέκα μέρες πριν, όταν ο κόσμος που ξέραμε έπαψε να υπάρχει. Το λάθος ήταν δικό μου και μόνο δικό μου,δεν αμφιβάλλω γι'αυτό, αλλά δεν έφτιαξα εγώ τον "ιό".... 
Έναν ιό που σκοτώνει την συνείδηση και σε κάνει ένα άγριο ζώο.
Όλοι προσέχαμε πολύ όταν δουλεύαμε πάνω του, αλλά υπάρχουν και ατυχήματα. Είναι αστείο εάν το καλοσκεφτείς ότι όλα αυτά γίνανε γιατί παραπάτησα και έπεσα ενώ κρατούσα τα φιαλίδια στα χέρια μου. Έβλεπα να πέφτουν σε αργή κίνηση σαν να σταμάτησε ο χρόνος, έπειτα το χάος. Ένα ντόμινο και όλοι άρχισαν να αρρωσταίνουν.
Ο στρατός ανέλαβε την εξουσία και είχε την ιδέα πως να πολεμήσουν τους "άγριους". Να σβήσουν τα φώτα και το σκοτάδι να τους δώσει το πλεονέκτημα. Δεν υπολόγισαν όμως σωστά. Ο ιός τους έκανε να βλέπουν σαν να είναι μέρα, τα κίτρινα μάτια τους εστίαζαν καλύτερα στο σκοτάδι και η όσφρηση, τους οδηγούσε.
Και τότε οι άγριοι πήραν τα ηνία και γινόταν όλο και περισσότεροι, σ'ενα κόσμο διαφορετικο.... 
Εγώ επέζησα μην με ρωτήσετε πως ξέφυγα, όλα είναι μπερδεμένα στο μυαλό μου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι την μέρα δεν κυκλοφορούν. Το βράδυ βγαίνουν για κυνήγι και έτσι το πρωί περπατάω όσο πιο μακριά γίνεται. Οι μέρες περνάνε. Δεν έχω συναντήσει κανέναν ακόμη. Οι δυνάμεις μου έχουν αρχίσει να με εγκαταλείπουν. Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα αντέξω. 
Ακούω ήχους να με πλησιάζουν, αλλά δεν είναι ήχοι, είναι το τέλος που έρχεται...




 ΚΕΙΜΕΝΟ Νο2
Τα χίλια "δεν μπορώ"
της Μαρίας Παπαδοπούλου


Μία φορά κι έναν καιρό ήμουν εγώ, ένα μικρό στρουμπουλό μωράκι με καστανά μάτια και μαύρα φουντωτά μαλλιά σαν του σκαντζόχοιρου την γούνα. 

Εγώ δεν ήμουν σαν τα άλλα τα μωράκια. Δεν μου άρεσαν τα μάτια των ανθρώπων όπως με κοιτούσαν, πονούσα όταν με παίρναν αγκαλιά, τρόμαζα στους δυνατούς τους ήχους και ή γεύση των φαγητών μου έφερνε αναγούλα. Μου άρεσε μόνο να κοιτώ το φως , να χαζεύω τα λογότυπα από τα παιχνίδια μου και να κρατώ στα χέρια ένα τιμόνι που το γυρνούσα όλη μέρα γύρω γύρω. 

Κάθε φορά που κοίταζα τα άλλα τα παιδάκια έψαχνα να βρω τον τρόπο για να παίξω μαζί τους ,να πάω κοντά τους. Μα εγώ δεν ήξερα να παίζω όπως αυτοί, άσε που όλο μιλούσαν και μιλούσαν και δεν καταλάβαινα τίποτα από όσα έλεγαν. Έβλεπα τη μαμά και το μπαμπά μου να με κοιτούν καλά καλά λες και περίμεναν κάτι από εμένα ...κάτι που δεν μπορούσα εγώ να καταλάβω. Σιγά σιγά όλοι άρχισαν να με κοιτούν όπως αυτοί. Μα γιατί με κοιτάζουν όλοι έτσι; 

Ένα πρωί μαζί με τους γονείς μου πήγαμε σε μία κυρία που έλεγε συνέχεια τι δεν μπορώ να κάνω...δεν μπορεί να μιλήσει, δεν κοιτάζει στα μάτια, δεν ακούει στο όνομα του,δεν τρώει σωστά, δεν κινείται σωστά, δεν πλησιάζει τους ανθρώπους ,δεν πιάνει τη μπάλα ,δεν καταλαβαίνει λέξεις,δεν εκτελεί εντολές, δεν παίζει όπως θα πρεπε. Τα μάτια της μαμάς μου γέμισαν με όλα τα δάκρυα του κόσμου και ο μπαμπάς μου δεν μίλαγε καθόλου. Τελικά είναι πολλά αυτά που δεν μπορώ, πάρα πολλά... Μακάρι να μπορούσα να τους πω ότι μπορώ να θυμηθώ όλες τις ταμπέλες και τις επιγραφές που είδαμε στο δρόμο. Ότι αναγνωρίζω όλα τα γράμματα και όλους τους αριθμούς και ξέρω να αγαπώ όλα τα χρώματα και τα σχήματα των παιχνιδιών μου. 

Μέχρι να μεγαλώσω μέτρησα, αμέτρητα δεν μπορώ...τόσα πολλά που άρχισαν πια να μου μιλούν και να πολεμάνε εκείνα που τελικά μπορούσα. Λες και εγώ δεν μπορούσα να χωρέσω πουθενά, ούτε ακόμη και μέσα στην καρδιά της μαμάς μου. Κι όσο κι αν μού ’λεγε πως με αγαπά εγώ μπορούσα να γευτώ τα δάκρυα της. 

«Μαμά, αν θα μπορούσα να κάνω όλα αυτά που δεν μπορώ θα με αγαπούσες; » 

Δύο φορές την εβδομάδα πηγαίναμε σε μία άλλη κυρία που προσπαθούσε να με μάθει λέξεις. Έκλεινε την πόρτα πίσω μου και με ανάγκαζε να την κοιτώ στα μάτια. Αυτό ήταν κάτι που πραγματικά δεν μπορούσα με τίποτα να το αντέξω. Κι όσο κι αν φώναζα κι αν τσίριζα δεν με ελευθέρωνε κανείς.

Άνοιξε ή πόρτα του μεγάλου σχολείου κι εγώ πάλι να μην καταλαβαίνω τι λένε τα παιδιά και ή δασκάλα. Κι εκείνη θύμωνε και με έβαζε τιμωρία γιατί δεν έκανα αυτά που μου ζητούσε. Όμως για μένα οι λέξεις είναι άπιαστα πουλιά. Είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο που δεν ξέρω από που θα μπορούσα να το πιάσω. Κι έκλαιγε ή μαμά μου γιατί για άλλη μία φορά ήταν πολλά αυτά που δεν μπορούσα.

Όταν άρχισαν δειλά δειλά να γεννιούνται οι λέξεις μου ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση. Και για πρώτη μου φορά είδα τα μάτια της μαμάς μου να χαμογελούν τόσο πολύ! Πρέπει να είναι πολύ σπουδαίες τελικά οι λέξεις! Γι αυτό και αποφάσισα να κάνω ότι μπορώ καλύτερο για να τις μάθω. Και τις έμαθα, όχι όπως τις ξέρουν όλοι μα αλλιώς.

Και ήρθε ή ώρα να περάσω άλλη μία μεγάλη πόρτα ,την πόρτα του δημοτικού σχολείου! Κι εκεί αυτά που δεν μπορούσα εγώ να κάνω ήταν αμέτρητα, πιο πολλά κι από τα αστέρια. Ήχοι δυνατοί που δεν με άφηναν να ακούσω εμένα, μυρωδιές περίεργες, βλέμματα ακόμη πιο περίεργα. Ο δάσκαλος συνέχεια μου φώναζε και με τραβολογούσε γιατί τίποτα δεν έκανα σωστά . Ή μαμά μου πάλι έκλαιγε συνέχεια και κάθε μεσημέρι μιλούσε με τον δάσκαλο. Συγνώμη μαμά μου που δεν καταλαβαίνω, που δεν μπορώ ότι και οι άλλοι! Πες του μαμά ότι ξέρω να διαβάζω ήδη, πες του ότι ξέρω όλους τους πλανήτες και πόσα αυτοκίνητα χωράνε στο κουτί μου. Ίσως έτσι δει ότι μπορώ κι εγώ πολλά να κάνω. Μα κανείς δεν μπορούσε να μετρήσει εκείνα που μπορώ , κανείς δεν καταλάβαινε τις λέξεις μου μήτε κι εγώ άκουγα τις δικές τους. Όταν ή μαμά κουράστηκε πια να είναι θλιμμένη άρχισε να αντιμετωπίζει στο δάσκαλο και άρχισε να αγαπάει ότι αγαπώ. 

Τα δεν μπορώ μου, δεν ήταν μόνο χίλια, ήταν εκατομμύρια... μακάρι να ‘ρθει ή ώρα να μετρήσουνε εκείνα που μπορώ... 

Αν τα μετρήσετε θα δείτε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια «δεν μπορώ» και αυτά που αληθινά μπορούν... είναι κι αυτά εκατομμύρια!!!


ΚΕΙΜΕΝΟ Νο3
ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ!
της Marina Xatziantwniou

 Δεν είναι η εικόνα σου που μου λείπει, τα μάτια σου που λάτρευα, η ηρεμία στη φωνή σου που κοντεύω να ξεχάσω.. Δεν είναι τα λόγια που μου είπες ούτε τα χάδια που μου έδωσες.. Δεν είναι τα φιλιά κι η αγκαλιά σου.. Όμως είναι η παρουσία σου, το πως με έκανες να νιώθω όταν ήμουν μαζί σου. Η λαχτάρα μου να σε δω. Η ασφάλεια,η θαλπωρή, η αγάπη που απλόχερα μου πρόσφερες μαθαίνοντας μου τι σημαίνουν. Η υπέροχη αίσθηση ανακούφισης πως έχεις κάπου να πας ό,τι κι αν χρειαστείς, να τρέξεις να μιλήσεις, να κλάψεις, να ουρλιάξεις. Η σιγουριά του να μοιράζεσαι τον πόνο σου με κάποιον λες και πράγματι είναι απτός και μπορεί να μοιραστεί. 
Η αλήθεια είναι πως μου έλειπες από το πρώτο λεπτό που έφυγες. Αλλά πώς να σε κρατούσα; Δεν είχα τρόπο...
Ξαφνικά έφυγες και δεν είχα που να τρέξω, σε ποιον να μιλήσω με ποιον να κλάψω παρέα. Κανένα να μου πάρει λίγο από τον πόνο που για πρώτη φορά ήταν τόσο ασήκωτος για να τον φορτωθώ μόνη.. Καμία ασφάλεια πουθενά κι όλα τα χέρια ξένα.. Η απόγνωση με βρήκε απροετοίμαστη. Δεν πρόλαβα να σε παρακαλέσω, να σου κρατήσω το χέρι και να σε ικετεύω να μείνεις αν μ'αγαπάς κι εσύ. "ΜΕΙΝΕ"..
Ποτέ δε σου είπα τελικά πόσο ήθελα να μείνεις. Πως δεν ήμουν έτοιμη να σε χάσω. Δεν είναι πως δεν το ξερες αλλά που δεν πρόλαβα να το πω,αυτό με κυνηγάει. Που δε σου είπα έστω αντίο... 
Ο χρόνος λένε είναι γιατρός. Μα στις χρόνιες παθήσεις τι να σου κάνει κι αυτός; Μέτα τη θεραπεία σιγά σιγά ξεχνάς. Έτσι ξέχασα σχεδόν τη φωνή σου, το άγγιγμα σου. Δε θυμάμαι πια τα λόγια σου όλα όπως θα ήθελα να τα χω κρατήσει φυλαχτό. Προσπαθώ μα δε φτάνει. Έκανε ο χρόνος τη δουλειά του αλλά όσο καλός γιατρός κι αν είναι, όσα κι αν ξεχάσω πάντα θα θυμάμαι πως με έκανες να νιώθω. Αυτή την αίσθηση δε μου την παίρνει κανείς. 
Κι αν η μορφή σου πια δεν είναι καθαρή στο μυαλό μου, η έλλειψη σου είναι τόσο ξεκάθαρα οδυνηρή που με τσακίζει ακόμα.. 16 χρόνια μετά. Τελικά αν μου δινόταν η ευκαιρία με έναν τρόπο, αν γύρναγε ο χρόνος πίσω κι ήμουν εκεί στο πλάι σου κι αν προλάβαινα μόνο 2 λέξεις να σου πω, τότε μετάνιωσα. 
Δε θα τις χαράμιζα για να σου πω μείνε ούτε αντίο...
Θα λεγα μόνο "Γιαγιά μου", που τόσο πολύ σ' άρεσε να το ακούς!!






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *