Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΕΓΡΑΨΕΣ 27/01/2018

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΕΓΡΑΨΕΣ 27/01/2018

ΣΤΗΛΗ ΕΓΡΑΨΕΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ Νο1
"ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΟΥΤΙ"

 Σε ένα παλιό μουσικό κουτί φυλάω τους εφιάλτες μου, τις μοναχικές σκέψεις μου. Με παγωμένα χέρια το κουρδίζω με τον πόνο της ψυχής μου. Το κοιτάζω αμίλητος μα και γεμάτος φόβο. Πως να αφήσω το δάκτυλο μου από το κλειδί του; Αλίμονο! Τι μελωδία έχει να παίξει; Ποιος μπορεί να την ακούσει και ποιος μπορεί να την αντέξει; Ασάλευτη η μπαλαρίνα του με κοιτάζει με τα χέρια ψηλά. Λες και παραδίδεται και εκείνη σε ότι εγκλώβισα βαθιά μέσα στα σωθικά του. 

"Σε παρακαλώ, δε θέλω να χορέψω" 

Μου φωνάζει γεμάτη σπαραγμό. Με ένα δάκρυ να κιλά στο μικρό πλαστικό πρόσωπο της. Και η μελωδία ξεκινά. Πόσο πόνο να βαστάξει πια ένα τόσο δα μικρό κουτί; 

Με την μπαλαρίνα να ξεκινά και αυτή τον υποχρεωτικό χορό της, γυρίζει γύρω από τον εαυτό της. Θέλει να σταματήσει, μα δε μπορεί. Θέλει να με αγκαλιάσει με τα χεράκια της, μα είναι τόσο μικρά. Καθιστώντας με ανάξιο για να δεχθώ ακόμα και από κάτι τόσο ελάχιστο την αγκαλιά του.

Και η μελωδία συνεχίζει να παίζει. Και εκείνη να χορεύει. 

"Τι αναζητάς;" Με ρωτάει
 "Τον αληθινό έρωτα" της απαντώ.
 "Ο έρωτας δεν υπάρχει! Όμως είναι σημαντικός στην ζωή των ανθρώπων γιατί πιστεύοντας σε αυτή την ιδέα, δε σταματούν ποτέ την αναζήτηση.Και αυτό είναι που τους κρατά ζωντανούς" μου απάντησε και έμεινε να την κοιτάζω σιωπηλός.
"Ξέρεις γιατί έχω τα χέρια μου ψηλά;" Μου αποκρίθηκε ξανά. 
"Γιατί παραδόθηκα αποδεχόμενη την αλήθεια αυτή. Οι άνθρωποι με κοιτάζουν νομίζοντας ότι είμαι ευτυχισμένη. Μα δεν είμαι. Ζω σε μια απέραντη μοναξιά ξέροντας ότι δεν υπάρχει έρωτας. Μόνο σκόρπιες στιγμές, υποσχέσεις και έναν ιδρώτα να θυμίζει παθιασμένα κορμιά. Έρωτας αδιάβαστος με ορθογραφικά λάθη που βγάζουν μάτι και με επιθυμίες εκτός πορείας, ήταν ακριβώς ότι έθαψες μέσα σε αυτό το κουτί. Οι ανύποτες λέξεις, οι παραφράσεις και οι επιθυμίες, είναι μονάχα σενάρια ενός μυαλού που αρέσκεται να παραφράζει την ζωή. Άκου την μελωδία! δική σου είναι! σου αρέσει;"
"Δεν την αντέχω..." 
"Η αλήθεια στο τέλος έρχεται πάντα απρόσκλητη. Δεν έχει σημασία ο χρόνος. Μπορεί να είναι σε μια μέρα, σε μια στιγμή ή μετά από χρόνια ολόκληρα. Το θέμα είναι αν θα σε βρει εκεί. Σου εύχομαι να λείπεις." Και αμέσως σιώπησε.

 Ίσως να μη μου μίλησε ποτέ. Ίσως να ήταν άλλο ένα αποκύημα της φαντασίας μου. Εξάλλου έχω χάσει το μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό. Τρελό με αποκαλούν. Ζω μόνος σε ένα δωμάτιο με τις σιωπές μου. Με μοναδική παρέα μονάχα αυτό το μουσικό κουτί. Με το δάκτυλο ακόμα στο κλειδί του. 

Αλίμονο! Τι μελωδία έχει να παίξει; 
Ποιος μπορεί να την ακούσει και ποιος μπορεί να την αντέξει;




ΚΕΙΜΕΝΟ Νο2
"ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ"
της Christina Chris Athanasiadou

 Επιτέλους φτάσαμε. Πριν ακόμα σταματήσει το αμάξι εγώ πήδηξα έξω. Το σπίτι έμοιαζε παραμελειμενο και η θλίψη με κατάπιε. Άνοιξα την αυλοπορτα και ο μπαμπάς έβαλε το αμάξι μέσα.Μ' έδωσε τα κλειδιά και ανέβηκα τα τρία σκαλοπάτια της βεράντας. Το κλειδί ετριξε στην κλειδαριά και μια απόκοσμη σιωπή με τύλιξε. Το σκοτάδι ήταν τόσο απόλυτο που με τρόμαξε. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά αλλά το σπίτι μέσα δεν τρύπωνε ούτε μια ηλιαχτίδα. Ήρθε ο μπαμπάς δίπλα μου και με σκουντηξε. "Τι στέκεσαι έτσι σαν χάνος Κώστα"μου λέει. Εκείνη την στιγμή ήταν σαν να ξύπνησα απο εφιάλτη και είδα το σπίτι της γιαγιάς. Με τα παλιά έπιπλα, με τα σεμεδακια στα τραπεζάκια και τα χιλιάδες μπιμπελό. Οι μέρες περνούσαν και εκείνη η πρώτη εντύπωση απο το σπίτι ξεφτισε. Το σπίτι συμαζευτηκε, καινουρια έπιπλα αντικατέστησαν τα παλιά και η γιαγιά έμοιαζε σαν να μην έζησε ποτέ εδω, εκτός από την σοφίτα,το δωμάτιο μου. Έσωσα όσα περισσότερα πράγματα μπορούσα,τα στόλισα γύρω γύρω και ένιωθα την γιαγιά ξανά κοντά μου. Βράδιασε, κάθομαι στην σοφίτα τρώγοντας ένα τοστ που έφτιαξα μόνος μου. Οι γονείς μου λείπουν. Πήγαν σε κάτι φίλους. Είχαν ανάγκη απο ενήλικη συντροφιά μου είπαν. Εμένα δεν με πειράζει να μείνω μόνος, έτσι και αλλιώς στην σοφίτα δεν είμαι μόνος είμαι με την γιαγιά. Με κοιτάει μέσα στα μάτια και μου λέει ιστορίες για ξωτικά και μάγισσες. Για τα ουρλιαχτά στο δάσος που μπορούν να τρελάνουν άνθρωπο και εγώ ακούω μαγεμένος και κουρνιάζω στην αγκαλιά της μέχρι που αποκοιμιεμαι. Ξαφνικά πετιεμαι απο το κρεβάτι αλαφιασμενος. Ήταν ουρλιαχτό αυτό που άκουσα; Μάλλον είμαι επηρεασμένος απο τις ιστορίες της γιαγιάς. Κοιτάω έξω απο τον φεγγίτη το ολόγιομο φεγγάρι. Έχουμε πανσέληνο σκέφτομαι. Τοτε το ξανακουω. Έρχεται απο κάτω απο το σαλόνι. Κρύος ιδρώτας με έλουσε. Η γιαγιά στην γωνία φωνάζει "μην πας". Εγώ όμως τολμώ δεν φοβάμαι. Αυτά είναι παραμύθια. Κατεβαίνω την σκάλα σιγά σιγά. Ένα φως αχνοφαινεται απο το σαλόνι, μαλλον ο μπαμπάς κοιμάται μπροστά στην τηλεόραση. Φτάνω στο σαλόνι και δεν είναι κανείς. Βλέπω την τηλεόραση ανοιχτή. Πιάνω το τηλεκοντρόλ να την κλείσω και ξαφνικά ενα ουρλιαχτό ακούγεται απο μέσα. Ξαφνικά σκάει, γίνεται το γυαλί χιλιάδες κομμάτια και σκορπάει πάνω στο χαλί. Τα φώτα αναβοσβηνουν σαν τρελά. Τα κάδρα φεύγουν απο τους τοίχους και πέφτουν κάτω και σπάνε. Κάποιοι γελάνε, κάποιοι κλαίνε και εγώ έχω παγώσει στην μέση του σαλονιού. Η κραυγή μου έχει σκαλωσει στον λαιμό. Είμαι πλέον σε ένα λευκό άδειο δωμάτιο δεμένος στο κρεβάτι. Φοβούνται μην κάνω κακό στον εαυτό μου. Έχουν απόλυτο δίκιο, το Αερικό ζεί πλέον μέσα μου.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Νο3
"ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ"
της Ειρήνης Ψαράκη

Έχω καημό μες την καρδιά 
και πως θα τον βαστάξω
που δεν περνάει μια στιγμή
να μην αναστενάξω.

Χίλια κομμάτια η καρδιά
πονάει το κορμί μου 
η μοίρα μου με ξέχασε 
σβήνει η αναπνοή μου. 

Τα αηδόνια εσωπάσανε 
λουλούδια δεν ανθίζουν 
κι ο ουρανός πικραίνεται
τα μάτια σαν δακρύζουν. 

Της θάλασσας τα κύματα
λυσσομανάν και δέρνουν,
κι όπου θωρούνε δυστυχή 
απάνω του πηγαίνουν. 

Φουρτουνιασμένη θάλασσα
και πως θα κολυμπήσω, 
που χεις μία μάνιτα θεριό
και πως θα σε ηρεμήσω. 

Φουρτουνιασμένη θάλασσα 
μοιάζεις με την καρδιά μου,
που χεις τα κύματα ψηλά,
σκορπάς τα όνειρα μου.

Ψυχή μου μοιάζεις με πουλί
που σπάσανε τα φτερά του
και προπατεί κάτω στη γη
με πόνο στην καρδιά του.




ΚΕΙΜΕΝΟ Νο4

"ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ"
της Chrysa Miskou

Γύρισα από τη δουλειά και κοίταξα το ρολόι. Έξι και μισή. Δεν είχα και πολύ χρόνο στη διάθεση μου, οπότε παρέλειψα το γεύμα που σκόπευα να φάω – πρώτον είχα φάει μια σαλάτα στο γραφείο το μεσημέρι αν και φυσικά η ώρα είχε περάσει και πεινούσα, δεύτερον ήλπιζα ότι ο Μάνος θα με πήγαινε σε ένα ωραίο εστιατόριο δίνοντας μου την ευκαιρία να αναπληρώσω το χαμένο γεύμα εκεί, και τρίτον, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος αν έτρωγα λίγο παραπάνω να μην μου έμπαινε κανένα φόρεμα – και έτρεξα στο μπάνιο.
   Μπήκα βιαστικά στη μπανιέρα, ξεχνώντας όπως πάντα να παραμερίσω μέχρι τέρμα την κουρτίνα, και χτύπησα το κεφάλι μου στο παραθυράκι. Έβαλα το χέρι στο κεφάλι μου και το κοίταξα με προσοχή. Δεν μάτωνα, δεν θα χρειαζόμουν ράμματα και νοσοκομεία, αλλά θα έβαζα λίγο βούτυρο για να μην γίνει μεγάλο καρούμπαλο. Από την άλλη, ίσως ένα καρούμπαλο να βοηθούσε κάπως την κατάσταση και να φούσκωνε τα λιγοστά και χωρίς όγκο μαλλιά μου. Βγήκα από την μπανιέρα, πασάλειψα το κεφάλι μου με μισό κεσεδάκι βιτάμ και όσο περίμενα να κάνει τη δουλειά του και να εξαφανίσει το καρούμπαλο, γνωρίζοντας ότι θα ήταν μάταιο να πλυθώ αφού θα έπρεπε να λουστώ ξανά, αποφάσισα να διαλέξω τα ρούχα μου.
   Βγήκα γυμνή από το μπάνιο και ένιωσα ένα ρίγος μπαίνοντας στο δωμάτιο. Η πόρτα που άφηνα για τον γάτο ήταν ακόμα ανοιχτή. Την έκλεισα τρέμοντας και όσο κατευθυνόμουν στην ντουλάπα, ένιωσα να πατάω κάτι περίεργο. Μαλακό, γλοιώδες και ζεστό.
    «Όχι ρε Ψιψίκο, πάλι έκανες εμετό στο χαλί;» τον μάλωσα κοιτάζοντας με αηδία το λερωμένο μου πόδι.
   Ο Ψιψίκος με κοιτούσε απαθέστατος και αφού κατάλαβε πως δεν είχα σκοπό να τον χαϊδέψω, να παίξω μαζί του, ούτε να του δώσω καμία λιχουδιά, μου γύρισε την πλάτη απαξιωτικά και ξαπλώθηκε στο μαξιλάρι μου.
   Επέστρεψα στο μπάνιο πηδώντας, έβγαλα ένα μωρομάντιλο και έσκυψα να σκουπίσω το πόδι. Το χαλί θα το έπλενα άλλη στιγμή. Ρίχνοντας μια ματιά στον καθρέφτη με έπιασε ένας μικρός πανικός. Ο Μάνος θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή και εγώ είχα τα μαύρα μου τα χάλια. Πέταξα το μωρομάντιλο μακριά, δεν προλάβαινε να δράσει το βούτυρο, έπρεπε να κάνω μπάνιο τώρα αμέσως.
   Μπήκα ξανά στην μπανιέρα προσέχοντας το παραθυράκι αυτή τη φορά και άνοιξα το νερό. Κρύο, μπούζι. Έσφιξα τα δόντια μου και προσπάθησα να κάνω ωραίες σκέψεις, να πάω στο μέρος της ευτυχίας μου – έτσι μου έλεγε η ψυχολόγος μου να κάνω αν και μέχρι στιγμής δεν το είχα καταφέρει ποτέ – και να αγνοήσω τις παγωμένες βελόνες που μου τρυπούσαν το κορμί και το κρανίο. Δεν το κατάφερα και πάλι, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, έτσι άρχισα να σκέφτομαι τον Μάνο.
   Μου άρεσε από την πρώτη στιγμή που τον είδα και ποτέ δεν περίμενα ότι θα πρόσεχε κάποια σαν εμένα. Αυτός ήταν θεός… Ένας θεός με καταγάλανα μάτια, μαύρα, σπαστά μαλλιά, χαμόγελο που με έκανε να λιώνω, να χάνω τα λόγια μου. Όσο για το κορμί του, μπορούσες να μετρήσεις τους κοιλιακούς του, ακόμα και κάτω από το αυστηρό κοστούμι που φορούσε κάθε μέρα στο γραφείο. Και εγώ… Εγώ καιγόμουν! Κυριολεκτικά!
   Το ζεστό νερό αποφάσισε να έρθει όλο μαζεμένο και εκεί που βρισκόμουν στην Σιβηρία, μετατοπίστηκα στα καζάνια της Κολάσεως μέσα σε ένα τσακ. Έβγαλα μια τσιρίδα και βγήκα κουτρουβαλώντας από την μπανιέρα, αφήνοντας το ζεματιστό νερό να πετάγεται ανεξέλεγκτο σαν τρελό σιντριβάνι. Έριξα μια πετσέτα πάνω μου και άπλωσα το χέρι να το κλείσω, τα νερά θα τα μάζευα μετά.
   Έτρεξα στην κρεβατοκάμαρα και κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο μου. Εφτά παρά δέκα. Δέκα μόνο λεπτά. Είχα καιρό ακόμα.
   Ντριν… Το θυροτηλέφωνο.
   Δεν είχα καιρό! Εντελώς πανικόβλητη άνοιξα την ντουλάπα μου και άρπαξα το πρώτο ρούχο που είδα μπροστά μου, ένα ροζ, μακρύ φόρεμα με χαμηλό ντεκολτέ και φουσκωτά μανίκια, που είχα φορέσει πρόπερσι στον γάμο της ξαδέλφης μου για να γίνω παράνυμφος. Άπλωσα το χέρι να πάρω κάτι άλλο, όμως το θυροτηλέφωνο χτύπησε ξανά και το φόρεσα χωρίς πολλά πολλά.
   Τρέχοντας στον διάδρομο, πάτησα το κουμπί για να ανοίξω την πόρτα της πολυκατοικίας  και σαν φουφουλωτός, ροζ σίφουνας, χώθηκα και πάλι στο μπάνιο. Δεν ήμουν έτοιμη, αλλά δεν ήθελα και να χάσω τον Μάνο! Ήταν ο έρωτας της ζωής μου, ο άντρας που περίμενα πάντα, ο ιππότης με το άσπρο άλογο! Που θα μου δινόταν η ευκαιρία να τον βρω ξανά;
   Έβγαλα το βαλιτσάκι με τα σύνεργα του μακιγιάζ και έβαψα γρήγορα το δεξί μου μάτι με μαύρο μολύβι. Δεν προλάβαινα να κάνω τίποτα ιδιαίτερο οπότε βάζοντας το δάχτυλο μου το έτριψα για να πασαλειφτεί το μολύβι παντού και να κάνω smokey eyes. Έβαψα και το άλλο επαναλαμβάνοντας την διαδικασία. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας.
   «Έρχομαι!» φώναξα ξέπνοη βγάζοντας από το νεσεσέρ μου, το κατακόκκινο κραγιόν που αγόρασα χθες ειδικά για την περίσταση. Έβαλα στα χείλη μου αλλά δεν είχα χρόνο για ρουζ οπότε έκανα από ένα μικρό κόκκινο κυκλάκι σε κάθε μου μάγουλο και άρχισα να το πασαλείβω όσο έτρεχα προς την πόρτα.
   Την ίδια στιγμή, άρχισε να χτυπάει και το κινητό μου, μέσα από την τσάντα μου στο καθιστικό. Έβγαλα τα παπούτσια μου από την παπουτσοθήκη, έσκυψα και φόρεσα το ένα και η πετσέτα που είχα τυλίξει τα μαλλιά μου έπεσε με ένα πλαπ μπροστά στα πόδια μου. Την σήκωσα και την πέταξα στο μπάνιο – δεν με ενδιέφερε και πολύ που μπορεί να προσγειώθηκε, θα την μάζευα μετά – άνοιξα με το ένα χέρι την πόρτα λέγοντας με την πιο γλυκιά μου φωνή, «Πέρασε μέσα για λίγο Μάνο μου, σε ένα λεπτάκι έρχομαι!» και έτρεξα κουτσαίνοντας να σηκώσω το κινητό.
   Το έβγαλα από την τσάντα μου και κοίταξα την οθόνη. Έγραφε «Μάνος».
   «Μα γιατί με παίρνεις τηλέφωνο, αφού είσαι ήδη εδώ;» τον ρώτησα γλυκά.
   Μπιπ. Μήνυμα.
   «Σοφάκι, σόρι. Κάτι μου έτυχε, άκυρο για απόψε», διάβασα πριν τα μάτια μου αρχίσουν να τσούζουν και να δακρύζουν. Το ονειρεμένο ραντεβού μου είχε χαθεί. Αλλά ποιόν είχα βάλει μέσα στο σπίτι μου;
    Πίεσα τον εαυτό μου να ξεπεράσει την απογοήτευση και να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο το μεγαλύτερο πρόβλημα. Έτρεξα πανικόβλητη στην είσοδο και είδα την αδερφή μου να με κοιτάζει διπλωμένη από τα γέλια.
   «Τι συμβαίνει;» την ρώτησα αγριεμένη. «Που είναι τα κλειδιά σου; Και γιατί γελάς;»
   «Τα ξέχασα» είπε προσπαθώντας να πάρει ανάσα. «Κοίτα λίγο τον εαυτό σου στον καθρέφτη».
   Και το έκανα. Φορούσα μόνο ένα παπούτσι, άσπρο, πέδιλο της παραλίας. Από πάνω το φουφουλωτό, απαίσιο φόρεμα του γάμου που ήταν και ξεκούμπωτο. Στη βιασύνη μου είχα αμελήσει εντελώς να βάλω εσώρουχα – εντάξει, αυτό δεν ήταν και απαραίτητα κακό – και τα μαλλιά μου κρέμονταν σε βουτυρωμένα τσουλούφια στάζοντας νερά στο πάτωμα. Ένα τεράστιο καρούμπαλο ξεπρόβαλε μεγαλόπρεπα σαν κέρατο ρινόκερου στην αρχή του κρανίου μου πάνω από το μέτωπο χωρίζοντας στη μέση τα μαλλιά, αλλά το καλύτερο ήταν το πρόσωπο. Μουτζουρωμένα μάτια αρκούδας πάντα, κατακόκκινα μάγουλα σαν κλόουν, κατακόκκινα, στραβοβαμμένα χείλη και ένα μικρό έγκαυμα από το νερό στο κούτελο.
   «Σκόπευες να πας κάπου;» με ρώτησε η αδερφή μου ξεσπώντας σε ένα καινούριο ντελίριο γέλιου.
   «Όχι, ευτυχώς» της είπα και άρχισα να γελάω μαζί της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε Στην Σελίδα Μας

Αναγνώστες

Συνολικές προβολές σελίδας

Σχόλια Αναγνωστών

Επικοινωνήστε Μαζί Μας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *